πένθος χαρωπόν= η βαθιά συναίσθηση και το υπέροχο βίωμα της μακαρίας χαρμολύπης , πού υπάρχει και εγκρύπτεται στην ορθόδοξη πνευματικότητα. Αφορμή ένας στίχος του Ν. Καρούζου, από το ποίημα "απολέλυσαι της ασθενείας σου". Όλοι οι ποιητές , είτε το γνωρίζουν , είτε το αρνούνται,είτε το αγνοούν είναι λίγο πολύ χαρμολυπικοί.Η μακαρία χαρμολύπη όμως εντοπίζεται απόλυτα μόνο στους βιωματικούς μυστικούς της ορθόδοξης πνευματικότητας.

Δευτέρα

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Η ΣΥΝΤΕΚΝΙΣΣΑ



      - Γεννήσατε;
          - Σπαργανίσαμε, συντέκνισσα.
      Ήτον γυνή απ’ τα βουνά, σύζυγος ποιμένος, του Θοδωρή του Τσολοβίκου, από εκείνας τας αρχαϊκάς, τις πρωτινές ή παλαιικές, καθώς τας έλεγαν. Είχε ζήσει εις τα ήμερα βουνά τα εγγύς της πολίχνης όπου ο παρείσακτος νεωτερισμός ακόμη δεν είχε ποδάρια δια ν’ αναρριχηθεί, ωνόμαζε το πιάτο πινάκι, την σουπιέρα λοπάδα, το μπαρμπούνι τριγλί, το τσεκούρι αξινάρι, την πουλάδα νοσσίδα, και την κουμπάρα, εις την οποία ωμίλει, την προσηγόρευε «συντέκνισσα». Πλην τούτων, είχεν άλλας τινάς αφελείς λεπτότητας και ευφημισμούς εις την γλώσσαν, και τον τοκετόν τον απεκάλει «σπαργάνισμα».
      Είχε κατέλθει εις την πολίχνην λίαν πρωί, με τον βαρύνάγριον χειμώνα του Δεκεμβρίου. Η χιων έπιπτεν όλην την νύκτα, και μέχρι της πρωίας. Το είχε «πασπαλώσει» εις τα βουνά, τώρα το «έστρωνε» και εις τον κάμπον, εις τα λιβάδια, επάνω εις τας στέγας και τα δώματα των οικιών, και κάτω εις τους δρομίσκους της μικράς πόλεως.
      Η γραία είχε διευθυνθεί εις του παπά το σπίτι. Ο παπα- Βαγγέλης ήτον ακόμα στην εκκλησιά, δεν είχε απολύσει η λειτουργία. Ήτον σαρανταήμερονπαραμοναί των Χριστουγέννων, και, κατά το έθος, η μυσταγωγία ετελείτο καθημερινώς εις τους ναούς. Όλ’ αι ενορίτισσαι του παπα-Βαγγέλη του εκουβαλούσαν στο σπίτι τα συνήθη «βλογούδια». Ήσαν δε ταύτα ψωμάκια ενσφράγιστα με το σημείον του Σταυρού, προσφερόμενα κατ’ οίκον εις τους ιερείς δια τας ψυχάς των τεθνεώτων, κατά την διάρκεια της Τεσσαρακοστής. Πολλαί ενορίτισσαι, αντί να φέρουν ψωμάκια, έφερον ένα σακκούλι αλεύρι, και τούτο επροτιμούσαν εν γένει οι παπαδιές. Όχι διότι θα επεθυμούσαν να «μβαίνουν σε κόπο», να ζυμώνουν, αλλά διότι τα βλογούδια ποτέ δεν εφτουρούσαν, κι εμοιράζοντο συνήθως εις τα πτωχά και τα ξυπόλυτα της γειτονιάς, όπως και τα κόλλυβα.
      Η περί ης ο λόγος γραία τσομπάνισσα, η Τσολοβίκαιναήτον από τες καλές ενορίτισσες. Προ ολίγων ημερών είχε φέρει εις την οικίαν του παπά, όπως κατ’ έτος εσυνήθιζεν, ογκώδη οπωσούν σάκκον με αλεύρι από εντόπιον σίτονπαραγωγήν από τους κόπους των ιδίων τέκνων της, και δια τον λόγον τούτον, ως και διότι ήτο συντέκνισσά της, απήλαυε της ευνοίας της παπαδιάς.
      - Θ’ αργήσ’ ου παπάς, συντέκνισσα;
      - Όπου είναι, έρχεται, κουμπάρα.
      Η συντέκνισσα είχε φέρει από το καλύβι, εντός καλάθου, μίαν φιάλην γεμάτην… όχι γάλα,αλλά καθαρόν νερόν, από το αγίασμα των Ταξιαρχών, το αναβλύζον υπ’ αυτό το ιερόν βήμα του εξοχικού ναΐσκου. Διηγήθη εν ολίγοις εις την πρεσβυτέραν ότι η κόρη της, η Κρατήρα, ήτις είχεν υπανδρευθεί προ τριών ετών, εγέννησε την νύκτα αυτήν το δεύτερον παιδί της, αγόρι. Εις την πρώτην γένναν, προ δύο ετών, είχε κάμει κορίτσι, το οποίον είχε ζήσει ολίγας ημέρας, και είχεν αποθάνει. Τώρα πλέον ας ήτον στερεωμένο και καλορρίζικο, να της ζήσει αυτό, αφού μάλιστα ήτον και αγοράκι. Η παπαδιά της είπε τας εγκαρδίους ευχάς της, και ούτε την ηρώτησε τι περιείχεν η φιάλη, η εντός του καλάθου, ήξευρε καλώς περί τίνος επρόκειτο.
      Συνήθειαν είχον αι γερόντισσαι ποιμενίδες του βουνού, όταν νεωτέρα τις μεταξύ τούτων εγέννα βρέφος εν καιρώ χειμώνος, εις το καλύβι, στα βουνά επάνω, και ο χειμών ήτο σφοδρός, όπως εφέτος, επειδή θα ήτον μεγάλος κόπος δια τον παπάν ν’ ανέλθει να δώσει την συνήθη ευχήν εις την λεχώνα, να γεμίζουν έν αγγείον νερόν, ή από το αγίασμα των Ταξιαρχών ή από το πλούσιον νάμα του Προφήτου Ηλιού, κατά το κατάμερον εις το οποίον έβοσκαν ή εκατοικούσαν αι οικογένειαι των αγροδιαίτων, και να το πηγαίνουν εις τον παπάν, κάτω εις την χώραν. Ο παπάς εφορούσε τότε το επιτραχήλι, άνοιγε το Ευχολόγιον, κι εδιάβαζεν επάνω εις την φιάλην του νερού τας «Ευχάς εις γυναίκα λεχώ». Η δε γερόντισσα έπαιρνε την φιάλην του νερού του διαβασμένου, επανέστρεφεν εν σπουδή, ταχύπους και ανυπόδητη, εις το βουνόν, εις το καλύβι, κι ερράντιζε με το ηγιασμένον νερόν την λεχώ, το βρέφος, την κλίνην, το λίκνον, την γυναίκα την εκτελέσασαν χρέη μαίας, αν τοιαύτη υπήρχε, και τους άλλους όσοι τυχόν παρέστησαν εις τον τοκετόν, ως και όλον τον θάλαμον. Ούτω εγίνετο ήσυχος ότι είχε την ευχήν της Εκκλησίας, και, με την βοήθειαν του Χριστού και της Παναγίας, παν κακόν έφευγε τότε μακράν. Υπήρχεν ευσέβεια και εις τα βουνά.

*  *  *

       Μετ’ ολίγον ήλθεν ο παπάς από την εκκλησίαν, ήκουσε την ιστορίαν από την συντέκνισσανέπιε την φασκομηλιάν του μ’ ένα μικρόν δίπυρον, είτα έβαλε το επιτραχήλι κι εδιάβασε τας ευχάς. Η γυνή έλαβε την φιάλην του νερού και απήλθε.
      Μετά δύο ημέρας, το δειλινόν του Σαββάτου, η γερόντισσα επανήλθε δρομαία. Είχε παύσει να χιονίζει, αλλά ψυχρός βορράς εφύσα επάνω εις τα χιονισμένα μέρη. Το χιόνι ήτον, όπως έλεγαν, μισό μπόι στα βουνά, ένα γόνα κάτω στην χώραν. Αλλά κατ’ ακρίβειαν, επάνω στα βουνά θα ήτον ως ένα γόνα, και ως μίαν πιθαμήν κάτω.
      Η συντέκνισσα είχεν έλθει ασθμαίνουσα, σχεδόν «ξεγλωσσασμένη», την ώραν που ο παπάς ητοιμάζετο να υπάγει στον εσπερινόν. Άρχισε να διηγείται:
      - Την άλλην φορά, σύντεκνε παπά, την ευχή σου να ’ευχαριστώ, μ’ εμάλωσες –μου ’πες πως δεν έκαμα καλά που έπιασα το παιδί και το βάφτισα μονάχη μου, στον αέρα, κι είπα «στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνέγματος», μα πως έπρεπε να το βαφτίσω σε μια λεκάνη με νερό… και μου ’πες πως το παιδί σαν απέθανε, δεν έπρεπε να ταφεί σ’ άγια χώματα, και δεν μπορούσες η αγιωσύνη σου, να ’ρθεις να το διαβάσεις. Τώρα, το παιδί αυτό, κινδυνεύει, δεν είναι καλά… Τους είπα, εγώ θα τρέξω κάτω στη χώρα να πω του παπά αν θέλει να ’ρθει, και σεις σαν ιδείτε πως δεν πάει το παιδί καλά, κι αργώ εγώ να γυρίσω, τότε να το βουτήξετε σε μια λεκάνη με χλιο νερό τρεις φορές, και να πείτε «στ’ όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνέγματος»... Είπα μια να πάρω το παιδί, να το τυλίξω καλά, και να σου το φέρω να το βαφτίσεις, παπά μου…μόνε φοβήθηκα μην τελειώσει στο δρόμο το παιδί, και πάει αβάφτιστο, και τότε θα το είχα στο λαιμό μου… Έτσι αποφάσισα να ’ρθω να σου ’πω, κι όπως πεις η αγιωσύνησου έτσι να γίνει… Έφερα και το γαϊδουράκι μαζί, μην τυχόν θέλεις για τα ιερά σου, και για καβάλα.
      Άμα ήκουσε την εξήγησιν της συντέκνισσας, η παπαδιά ακουσίως συνήψε τας χείρας και υπεψιθύρισε:
   - Πω, πω! θα κρυώσεις, παπά μου!
Ο παπάς εσκέφθη, προς στιγμήν, είτα είπεν:
-   Ας είναι· θα έλθω να το βαφτίσω.
Στραφείς εν σπουδή προς την πρεσβυτέραν είπε:
-       Στείλε, παπαδιά, το κλειδί, του παπά-Γιάννη, να πάει να διαβάσει εσπερινό, επειδή θα λείπω εγώ.. Φώναξε το παιδί…να πάει ως την εκκλησιά, να του δώσει ο παπά-Γιάννης το μικρό γυαλάκι με τ΄Άγιο Μύρο…
Είτα μεταμεληθείς όσον αφορά την αποστολήν του υιού του:
-       Όχι, μην τον στέλνεις, παπαδιά… μην του λες χαμπάρι... θα γυρεύει να μας ακλουθήσει, να ’ρθή μαζί μας… Θα πάω μοναχός μου καλύτερα… για να πάρω και τ’ Αρτοφόριο… για να το κοινωνήσουμε κιόλα, κατά τη βάφτιση, το παιδί.
Έβαλε εις μικρόν δισσάκιον μίαν δεσμίδα με τα παλαιά του άμφια, το Ευαγγέλιον, το μικρόν Ευχολόγιον, και το θυμιατόν.
-       Έχω το γαϊδουράκι, επανέλαβε και δευτέραν φοράν η συντέκνισσα. Φέρε να το φορτώσω, παπά. Καβαλικεύεις κι η αγιωσύνη σου.
-       Βλέπουμε· κουμπάρα, φόρτωσε τα ιερά, κι έλα ως την εκκλησιά με το γαϊδουράκι.
Η παπαδιά ανήσυχος τους έβλεπεν αναχωρούντας, αλλά δεν ετόλμα να εκφωνήσει παράπονον ή αντίρρησίν τινα, έκαμε την ανάγκην φιλοτιμίαν, και είπε:
   -  Τουλόου σ’ θα το βαφτίσεις, κουμπάρα;… Τι κρίμα, που δεν μπορώ κι εγώ να ’ρθω, να γίνω νουνά.
   -  Ας είσαι καλά, συντέκνισσα, είπεν η γραία. Μου έχεις βαφτίσει δυό παιδιά απ’ το λαιμό σου, και τα δυο ζούνε.. Τώρα εγώ θα κάμω τη νουνά.
   Επήγαν μέχρι του ενοριακού ναού, είτα εξεκίνησαν. Ο μικρός δεκαετής του παπά ευτυχώς δεν τους είχε μυρισθεί, επειδή έπαιζεν εκείνην την στιγμήν τις χιονιές μαζί με άλλα παιδιά. Άλλως θα έτρεχε κατόπιν τους, και θα ήθελε να τους συνοδεύσει εις την εκδρομήν, με όλον το ψύχος και τα χιόνια.
   Όταν εβγήκαν εις τα Λιβάδια, έξω του χωρίου, ο ήλιος έκλινε ταχύς, μέσω λευκών συννέφων, έλαμπαν τα χιόνια στα βουνά, εσφύριζεν ο άνεμος ανάμεσα στις κουμαριές και τα σχοίνια, όλα βαρυφορτωμένα από χιόνια, δέντρα και θάμνους και χαμόκλαδα. Ηκούετο ελαφρύς θρους χιόνος πιπτούσης εδώ κι εκεί. Το ονάριον επάτει ως επάνω εις βαμβάκια στρωμένα, έτρεχεν, έτρεχε κι ο παπάς καβάλα…Έτρεχε κι η συντέκνισσα απ’ οπίσω απ’ την ουράν, γνωρίζουσα με ελαφρά τινα επιφωνήματα και με μίαν βέργαν την οποίαν εκράτει, να κάμνει το υποζύγιον να τρέχει.
   Έτριζε το χιόνι υπό τα βήματα. Επήγαν από τον κάτω δρόμον, το ρέμα-ρέμα, όπου δεν είχε πιάσει πολύ το χιόνι. Πλησίον εις το ρεύμα του μικρού χειμάρρου, εις το αμμόχωμα, το χιόνι καθώς έπιπτενέλυωνε. Η συντέκνισσα έλεγεν:
         - Ο Χριστός μαζί μας!
        Ενόει το Άγιον Αρτοφόριον, το οποίον ο παπάς είχε βάλει εις τον κόλπον του, είτα το Άγιον Μύρον και τα ιερά σύμβολα, Ευαγγέλιον και Σταυρόν. Σαν ανηφόρισαν από το ρέμα, επήραν τον πλαγινόνδρόμον, εις το υπήνεμον, όπου επί μάλλον έτριζεν υπό τους πόδας το χιόνι. Πουλί δεν εκελαδούσε, μόνον κρωγμός κόρακος ηκούσθη, κάπου, σιμά εις ένα βράχον προκύπτοντα εις την οφρύν του βουνού, με μίαν σπηλιάν υποκάτω. Η συντέκνισσα επανέλαβε «Χριστός και Παναγιά!»
       Και η φωνή του κόρακος εσίγησε.
       Έφθασαν εις την κορυφήν του μικρού βουνού, ενύχτωνε. Χάσιμο φεγγαριού. Ολίγα άστρα έλαμπον άνω, εντός άχνης, ως κοσμήματα εις πέπλον χηρείας, και τα χιόνια κάτω αντέλαμπον εις την αστροφεγγιάν. Ηκούσθη μία φωνή αγριογάτου θρηνώδους. Η συντέκνισσα είπε πάλιν:
      - Χριστός!
      Και ο αγριόγατος έπαυσε να ουρλιάζει. Η μικρά συνοδία εβάδισεν ακόμα ολίγον, και τέλος έφθασαν εις το καλύβι.

*  *  *

          Δύο ανθρώπιναι φωναί ηκούσθησαν εις τα πρόθυρα της επαύλεως. Ο βοσκός, ο σύζυγος της λεχούς, και ο σύντροφος του, ο αδελφός εκείνης -οίτινες τώρα μόλις είχον έλθει με το κοπάδι από το πέραν Μέγα Ρεύμα, όπου είχον οδηγήσει εις το υπήνεμον τα πρόβατα- του επερίμεναν.
-         Έρχονται, έρχονται!
-         Είναι κι ο παπάς μαζί!
    Οι δύο βοσκοί εβοήθησαν τον παπάν να πεζεύσει, εξεφόρτωσαν το δισάκκιον με τα ιερά, εισήλθον όλοι εις την καλοκτισμένην καλύβην, όπου υπήρχε θάλπος εστίας, και οσμή αγροτικής οικοκυροσύνης. Η λεχώ άμα τους είδε, χλωμή, μελαψή, ανεσηκώθη επί της κλίνης.
     - Ας γίνει χριστιανός, εψιθύρισεν.
     - Ας μβει στου Θεού τη στράτα, παιδί μου, συνεπλήρωσεν η μήτηρ της.
Μεγάλη χύτρα με νερόν εθερμαίνετο εις την εστίανΗτοιμάσθη καθαρά λεκάνη. Ο παπάς εφόρεσε τ’ άμφια, και άρχισε τας ευχάς των κατηχουμένων.
      Η συντέκνισσα επήρεν εις τους βραχίονας της το νεογνόνανείδεονμελαψόν, και θλιβερώς ασθμαίνον, κι εστάθη πλησίον τού παπά. Μετ’ ολίγον εκείνος της είπε να στραφεί προς δυσμάς.
   - «Απετάξω τω Σατανά;»
      Η γερόντισσα είχε βαπτίσει και άλλα βοσκόπουλα εις την ζωήν της. Απεκρίθη πάραυτα:
   - Απεταξάμενος
   - «Και εμφύσησον και έμπτυσον αυτώ»
     Η ανάδοχος έκαμε φφπφ!
   Ο ιερεύς της είπε να στραφεί προς τα εικονίσματα, όπου έκαιε κανδήλα με μεγάλην φλόγα της θρυαλλίδος.
   - «Συντάσσει τω Χριστώ;… Και πιστεύεις Αυτώ
   Είπεν ολίγα λόγια από το Πιστεύω, άλλα πλειότερα ο υιός της, όσα ήξευραν. Τα λοιπά συνεπλήρωσεν ο ιερεύς.
-        - «Συνετάξω τω Χριστώ;»
-  «Συνεταξάμενος….»
      Είτα, επάνω εις την πρόχειρον κολυμβήθραν, ανεγνώσθησαν αι ευχαί. Ευθύς ύστερον, «Βαπτίζεται ο δούλος του Θεού…». Το βρέφος έκλαυθμύριζεν ολίγον, πλην ανέπνεεν ελευθεριώτερον. Έπειτα «Σφραγίς δωρεάς», ακολούθως «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε», και οι τρεις γύροι περί την κολυμβήθραν. Τελευταίον «Οι ένδεκα μαθηταί επορεύθησαν …έως της συντελείας του αιώνος. Αμήν».
   Τέλος ο παπάς επήρε το Αρτοφόριον, από την σανίδα του εικονοστασίου, όπου το είχεν αποθέσει, και μετέδωκεν εις το νήπιον το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Είτα εξεδύθη, εσκεύασεν όλα τα ιερά του, εκάθισεν, είπε τας ιδιαιτέρας ευχάς του, έφαγε δύο ή τρία ξηρά σύκα, τα οποία προσεφέρθησανέπιεν ολίγον ρακίον από στέμφυλα, έργον των χειρών της συντέκνισσας, και απήλθε, δύο ώρας νύκτα, καβάλα πάλιν στο γαιδουράκι, συνοδευόμενος την φοράν ταύτην από τον νεαρόν βοσκόν, τον υιόν της γραίας.

*  *  *

   Τρεις ημέρας ύστερον, την Τρίτην το μεσημέρι, η συντέκνισσα κατήλθε και πάλιν, με πρόσωπον κατηφές. Το παιδίον είχεν αποθάνει.
-          Όπως πεις η αγιωσύνη σου, είπε, να το βάλωμε σ’ άγιο χώμα;
-          Είναι στον Παράδεισο πρύμα, όπου κι αν το βάλουμε, είπεν ο παπάς.
-          Με τα τσαρουχάκια του, συνεπλήρωσε την παροιμιώδη έκφρασιν η παπαδιά.
-          Δεν είχε μεγαλώσει ακόμα για να φορέσει τσαρουχάκια, είπεν ο παπά-Βαγγέλης. Εις τον κήπον της Εδέμ δεν έχει αγκάθια και τριβόλια, και μπορεί κανείς να πάει και ξυπόλυτος.
Είτα επέφερεν:
-          Ας είναι, συντέκνισσα. Θα ’ρθώ να το θάψω.
Ο παπάς εκαβαλίκεψε και πάλιν το ονάριον. Ήτο ημέρα, την φοράν ταύτην. Τα χιόνια δεν είχαν λυώσειαλλ’ ήτο νηνεμία, και μάλλον γλύκα.
   Την φοράν όμως αυτήν, ηκολούθησε και ο μικρός υιός του παπά.
    Δεν ημπόρεσαν να τον γελάσουν, όπως την άλλην φοράν.  Άμα είδε την συντέκνισσαν να έρχεται, εκατάλαβε πως κάτι τρέχει, κι εκόλλησεν εκεί, εις την πόρταν της οικίας, εις την σκάλαν, όπου ήκουσε την είδησιν της γραίας.
    Το παπαδόπαιδον, μικρόν μαθητάριον δέκα ή ένδεκα χρόνων, ήτο πολύ περίεργον και επίμονον πλάσμα. Επέμενεν ν’ ακολουθεί «τον παπά του» παντού, εις την πόλιν και την εξοχήν, εις χαράν και εις λύπην, εις ζωντανά κι αποθαμένα. Ανέβησαν τον ανήφορον. Ο ήλιος άρχιζε να λυώνει τα χιόνια. Μικρός πολύρροχθος χείμαρρος εσχηματίζετο παντού όπου χαράδρα και μικρά κοιλάς. Μετ’ ολίγον έφθασαν εις το καλύβι, όπου μία λεχώνα, μήτηρ ποιμενίς έκλαιε το αγοράκι της, το οποίον δεν είχε προφθάσει να θηλάσει.
    Το μικρόν νήπιον είχε ζήσει πέντε ημέρας εις τον κόσμον, εν μέσω χιόνων και παγετών. Ο παπάς εφόρεσε το επιτραχήλι, και άρχισε την ακολουθίαν των νηπίων. «Των του κόσμου ηδέων, αναρπασθένάγευστον… Εβόας τοις Αποστόλοις άφετε τα παιδία ίνα έρχωνται προς με…» «Ουδέν εστι πατρός συμπαθέστερον, ουδέν εστι μητρός αθλιώτερον…»
     Όπου ο μικρός υιός του παπά, όστις εκοίταζεν ανάλγητος το μικρόν νεκρόν σώμα, ηρώτησεν ακαίρως τον πατέρα του:
-          Παπά, γιατί λες «μητρός αθλιέστερον», και δεν λες «συμπαθέστερον» όπως και για τον πατέρα;
  Ο ιερεύς άρχισε τα τελευταία τροπάρια του Ασπασμού. «Ώ! Τις μη θρηνήσει τέκνον μου… ότι βρέφος άωρον, εκ μητρικών αγκαλών, ώσπερ στρουθίον επέτασας… Ώ τέκνον, τις ποτε μη στενάξει βλέπων σου το πρόσωπον ευμάραντον, το πριν ως ρόδον τερπνόν!…»
    Και πάλιν το παπαδόπαιδον, καθώς εκράτει το Αγιασματάριον, κι εμουρμούριζε τας λέξεις μαζί με τον πατέρα του, δεν εκρατήθη να ερωτήσει:
-          Γιατί, παπά, πεθαίνουν τα μικρά παιδάκια;
Ως απάντησις εις την ερώτησίν του επήλθε το τελευταίον τροπάριον, το «Δόξα».
       «Άλγος τω Αδάμ εχρημάτισεν η του ξύλου απόγευσις πάλαι εν Εδέμ…δι’ αυτού γαρ εισήλθεν ο θάνατος, παγγενή κατεσθίων τον άνθρωπον…»
       Είτα η εκφορά έγινεν έξω του ναΐσκου των Ταξιαρχών. Η γραία, η συντέκνισσα, εκράτει το μικρόν πρόχειρον φέρετρον, εν είδει λίκνου. Ο ιερεύς με μαχαιρίδιον εχάραξεν επάνω εις ένα κεραμίδι σταυροειδώς ΙΣ/ΧΣ                                                                                                                        ΝΙ/ΚΑ. Είτα «Γη ει και εις γην απελεύσει», και τα λοιπά. Το μικρόν πλάσμα κατήλθε να κοιμηθεί τον χρόνιον ύπνον υποκάτω από τας χιόνας.

(1903)




Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/#ixzz4kQbAmwsV

Τρίτη

Mίλτος Σαχτούρης-οι ἀπομείναντες

Ὅμως ὑπάρχουν ἀκόμα

λίγοι ἄνθρωποι

ποὺ δὲν εἶναι κόλαση

ἡ ζωή τους



ὑπάρχει τὸ μικρό πουλί ὁ 

κιτρινολαίμης

ἡ Fraulein Ramser

καὶ πάντοτε τοῦ ἥλιου οἱ 

ἀπομείναντες

οἱ ἐρωτευμένοι μὲ ἥλιο ἤ μὲ φεγγάρι



ψάξε καλά

βρές τους, Ποιητή!

κατάγραψέ τους προσεχτικά

γιατί ὅσο πάν καὶ λιγοστεύουν



λιγοστεύουν.