πένθος χαρωπόν= η βαθιά συναίσθηση και το υπέροχο βίωμα της μακαρίας χαρμολύπης , πού υπάρχει και εγκρύπτεται στην ορθόδοξη πνευματικότητα. Αφορμή ένας στίχος του Ν. Καρούζου, από το ποίημα "απολέλυσαι της ασθενείας σου". Όλοι οι ποιητές , είτε το γνωρίζουν , είτε το αρνούνται,είτε το αγνοούν είναι λίγο πολύ χαρμολυπικοί.Η μακαρία χαρμολύπη όμως εντοπίζεται απόλυτα μόνο στους βιωματικούς μυστικούς της ορθόδοξης πνευματικότητας.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ρωμανός μελωδός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ρωμανός μελωδός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα

Από τα κοντάκια του αγίου Ρωμανού.


"Ἄκουσε τὴν Χελιδόνα ποὺ μοῦ κελαηδεῖ τὰ χαράματα,
τὸν ἰσοθάνατο ὕπνο, Ἀδάμ, ἄφησε καὶ σήκω·
ἄκουσε ἐμένα, τὴ γυναίκα σου.
Ἐγὼ ποὺ παλιὰ προξένησα τὴν ἠθικὴ κατάπτωσι τῶν
ἀνθρώπων τώρα καὶ πάλι τοὺς σηκώνω.
Προσπάθησε νὰ καταλάβης τὰ θαυμαστὰ γεγονότα.
Κύτταξε πῶς αὐτὴ ἡ Κόρη, ποὺ ἄντρα δὲ γνώρισε,
γιατρεύει τὸ τραῦμα σου μὲ τὸ Παιδὶ ποὺ γέννησε.
Ἐμένα βέβαια κάποτε τὸ φίδι παρέσυρε καὶ σκιρτάει ἀπὸ χαρά.
Μὰ τώρα ποὺ βλέπει τοὺς ἀπογόνους μας φεύγει μὲ σύρσιμο.
Σήκωσε τότε κεφάλι σὲ μένα μὰ τώρα ποὺ ταπεινώθηκε
κολακεύει, δὲν χλευάζει, γιατὶ τρέμει Αὐτὸν ποὺ γέννησε
ἡ Κεχαριτωμένη.»

Καθὼς ὁ Ἀδὰμ ἄκουσε τὰ λόγια ποὺ σύνταξε ἡ γυναίκα του,
ἀμέσως ἐδίωξε τὸν ὕπνο ποὺ τοῦ ἐβάραινε τὰ βλέφαρα
καὶ τὸ κεφάλι τοῦ τίναξε σὰν αὐτὸν ποὺ ξυπνάει
καὶ τέντωσε τ᾿ αὐτιά του ποὺ τάφραξε ἡ παρακοὴ κι εἶπε τὰ παρακάτω:
«Ἀκούω ἁπαλὸ κελάηδημα κι ἕναν εὐχάριστο ψίθυρο.
Μὰ τώρα ὁ ἦχος αὐτοῦ του τραγουδιοῦ δὲν μὲ μαγεύει,
γιατὶ τὸ λέει γυναίκα κι αὐτῆς φοβᾶμαι τὴ φωνή.
Ἔχω πείρα κακή, γι᾿ αὐτὸ καὶ φοβᾶμαι τὸ θηλυκό.
Ὁ ἦχος μὲ μαγεύει γιατὶ ᾿ναι ἁπαλός, τὸ ὄργανο ὅμως
ποὺ τὸν βγάζει
μὲ κάνει νὰ φοβᾶμαι, μήπως μὲ ξεγελάσει ὅπως ἄλλοτε
καὶ προξενήσει ἐντροπὴ
στὴν Κεχαριτωμένη.»

«Ἐμπιστέψου ἀπόλυτα στὴ γυναίκας σου, ἄντρα, τὰ λόγια,
γιατὶ δὲν θὰ σὲ συμβουλέψω πάλι πράγματα ποὺ δίνουν πίκρες.
Τὰ παλιὰ πιὰ περάσανε,
κι ὅλα νέα τὰ ἔκαμε τῆς Μαρίας ὁ Γιός, ὁ Χριστός.
Τὴ δροσιὰ Τοῦ ὀσφράνσου τὴν καὶ ἀμέσως λουλουδίασε,
σὰν τὸ στάχυ ξεπρόβαλε, γιατὶ ἄνοιξι σ᾿ ἐπίασε,
ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς πνέει σὰν αὔρα γλυκειά.
Ν᾿ ἀποφύγῃς προσπάθησε τὸν ἀφόρητο καύσωνα στὸν ὁποῖο βρισκόσουνα
καὶ ἐμπρὸς ἀκολοῦθα μὲ στὴ Μαρία νὰ πᾶμε, καὶ τὰ ἄχραντα πόδια Της
τώρα μαζί μου ἄγγιξε κι ἀμέσως θὰ μᾶς σπλαχνιστῆ
ἡ Κεχαριτωμένη.»

 «Νοιώθω, γυναίκα, τὴν Ἄνοιξι καὶ τὴν ἀπόλαυσι αἰσθάνομαι
ποὺ χάσαμε παλιά, γιατὶ βλέπω Παράδεισο
νέο, ἀλλοιώτικο τὴν Παρθένο
νὰ κρατᾶ στὴν ἀγκάλη τὸ ἴδιο τὸ Ξύλο τῆς Ζωῆς, τὸ ὁποῖο κάποτε
ἐφρουροῦσε ἅγιο Χερουβεὶμ γιὰ νὰ μὴν τὸ ἀγγίξω.
Λοιπὸν ἀχειροποίητο τὸ βλέπω νὰ φυτρώνη
καὶ ἐνοίωσα, γυναίκα μου, πνοὴ τὴ ζωηφόρο του,
ἐγώ, ποὺ σκόνη ἤμουνα καὶ ἄψυχος πηλός,
ἐγέμισα ζωή. Κι ἀφοῦ ἐπῆρα δύναμι ἀπὸ τὴν εὐωδία της
θὰ τραβήξω γιὰ Κείνην, ποὺ ἀνθίζει τὸν Καρπό της
ζωῆς μας,
ἡ Κεχαριτωμένη."

Από το "Κοντακιον έτερον εις του Χριστού γέννησιν (οίκοι δ'- ζ')"
Ποιητική απόδοση του εορτάζοντα π.Ανανια Κουστένη

Σάββατο

ύμνος εις τα βάια



Ἔνθρονος ἀπάνω στὰ οὐρανόθρεφτα, τὰ ἡλιοφόρα πλάτη
καὶ ἐπὶ γῆς ἀπέριττος ἀπάνω σ᾿ ἕνα γαϊδαράκο,
ἐσὺ Χριστέ μου ὁ Θεὸς ὁ ἔνσαρκος,
δεχόσουνα μαβιὰ δοξολογήματα νηπίων καὶ ἀγγέλων:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.

Ὄντας αὐτὸς ποὺ τὸ θάνατο τὸν ἔδεσες πίστομα
καὶ τὸν Ἅδη τὸ λαίμαργο ὁποὔχεις νεκρώσει
στὸν κόσμο λουλουδιάζοντας ἀνάσταση,
τὰ νήπια βαγιόκλαδα ἀνεμίζοντας, τὰ νήπια,
Χριστὲ ἐσένα ἀνυμνοῦσαν ἀκόρεστα
ὡς φορέα ὑπέρτατης νίκης πνευματικῆς
κραυγάζοντας σήμερα «Ὡσαννὰ στὸν ὑπαίθριο υἱὸ τοῦ Δαυίδ»·
ἄλλη δὲ θάρθει, λέγασι, μαυρίλα μας ὁποὺ
νὰν τὰ χαλάσουν τόσα σμήνη ἀπὸ βρέφη
γυρεύοντας τὸ βρέφος τῆς Μαρίας νὰ ἀφανίσουν,
ἀφοῦ ἐσὺ σταυρώνεσαι ὁ μέγας ἔρημος
γιὰ ὅλους τοὺς κακόμοιρους ἀνθρώπους
ἀπ᾿ τῶν βρεφῶν ἀρχίζοντας τὴν ἔμορφη
τὴ ζήση μέχρι τοὺς ξεκρέμαστους γερόντους·
σπαθὶ κανένα δέ μας πιάνει τώρα πιά,
γιατί ἡ λόγχη θὰ στομώσει στὴν πλευρά σου·
γι᾿ αὐτὸ κ᾿ ἐμεῖς ἀγαλλιώντας ψάλλουμε:
Εὐλογημένος ὦ ἐσὺ ποὺ ἔρχεσαι
στὴν ἀρχαία δόξα του τὸν Ἀδὰμ νὰ ἐπαναφέρεις.

ρωμανός ο μελωδός ύμνος λγ΄, απόδοση ν. καρούζος

Πέμπτη

Ἥλιε Υἱέ, πῶς σε κρύψω τοῖς σπαργάνοις;








Ἥλιε Υἱέ, πῶς σε κρύψω τοῖς σπαργάνοις; 

πῶς σε γαλουχῶ, πάσης φύσεως τροφέα; 

πῶς σε χερσὶ κατέχω, τὸν κρατοῦντα τὰ σύμπαντα; 

πῶς σοι ἀδεῶς ἐνατενίζω, ᾧ οὐ τολμᾷ ἐνατενίζειν, τὰ πολυόμματα;

η Ἀπειρόγαμος Χριστόν, κρατοῦσα ἐφθέγγετο.






προεόρτιον χριστουγέννων, ρωμανού μελωδού

Κυριακή

Έκτεινον σου την χείραν

ο βύθιος δράκων, από αγγλικό ψαλτήριον ιβ΄αιω.



Ἔκτεινόν σου τὴν χεῖρα, 
ἧς πάλαι ἔλαβον πεῖραν Αἰγύπτιοι πολεμοῦντες, 
 καὶ ῾Εβραῖοι πολεμούμενοι· 

μὴ καταλίπῃς ἡμᾶς, καὶ καταπίῃ ἡμᾶς θάνατος,
ὁ διψῶν ἡμᾶς, 
καὶ σατὰν ὁ μισῶν ἡμᾶς· 

ἀλλ᾿ ἔγγισον ἡμῖν, καὶ φεῖσαι τῶν ψυχῶν ἡμῶν,
ὡς ἐφείσω ποτὲ τῶν Παίδων σου, τῶν ἐν Βαβυλῶνι

ἀπαύστως ἀνυμνούντων σε, καὶ βληθέντων ὑπὲρ σοῦ εἰς τὴν κάμινον,

καὶ ἐκ ταύτης κραυγαζόντων σοι· 


Τάχυνον ὁ οἰκτίρμων, καὶ σπεῦσον ὡς ἐλεήμων, 
εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν, ὅτι δύνασαι βουλόμενος.







Οίκος του Κοντακίου των τριών παίδων και του προφήτη Δανιήλ, πού βρίσκεται στο μηναίο του Δεκεμβρίου (ιζ΄)
Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός





Τρίτη

ρωμ.μελωδού-εις την πόρνην (η΄-ια΄οίκοι)






η´
Νὰ ἔφτασε ἡ εὐκαιρία ποὺ ἐλαχτάρησα νὰ δῶ.
Μέρα λαμπρὴ ξημέρωσε γιὰ μένα καὶ χρονιὰ καλωσυνάτη.
Στὸ σπιτικό του Σίμωνα βρίσκεται ὁ Θεός μου.
Κοντά Του θὰ τρέξω καὶ θὰ κλάψω τὴν ἀτεκνία σὰν τὴν Ἄννα.
Κι ἂν μὲ περάση ὁ Σίμωνας γιὰ μεθυσμένη,
ὅπως τότε ὁ Ἠλὶ τὴν Ἄννα, ἐγὼ θὰ συνεχίσω νὰ προσεύχωμαι,
σιωπηλὰ φωνάζοντας, «Κύριε, παιδὶ δὲν σοῦ ἐγύρεψα,
τὴν μονάκριβη ψυχή μου ἀναζητάω, τὴν ὁποία ἔχω χάσει».
Ὅπως μὲ τὸ Σαμουὴλ τῆς ἄτεκνης, Ἐσὺ Ἐμμανουὴλ τῆς Ἄγαμης,
ἀφαίρεσες τῆς στείρας τὴν ντροπή, ἔτσι γλύτωσε τὴν πόρνην ἐμένα
ἀπὸ τὴν ἄσωτη ζωή μου.


θ´
Μὲ τέτοια λόγια ἡ πιστὴ γυναῖκα ἐμψυχώνεται
καὶ βιάζεται τὸ μύρο νὰ ἀγοράση,
καὶ στὸ μυροπώλη φτάνει λέγοντάς του:
«Δός μου, ἂν ἔχῃς, μύρο ἀντάξιό του Ἀγαπημένου μου,
ποὺ δίκαια καὶ ἄδολα ἀγαπῶ,
Αὐτοῦ ποὺ ἐπυρπόλησε τὰ μέλη μου καὶ τὰ νεφρὰ καὶ
τὴν καρδιά μου.
Καθόλου μὴ διστάζῃς γιὰ τὴν ἔξοδο.
Καὶ τὸ τομάρι μου ἂν χρειαστῆ καὶ τὸ κουφάρι μου,
ἕτοιμη εἶμαι νὰ τὸ δώσω ἀρκεῖ κάτι νὰ βρῶ ν᾿ ἀνταποδώσω
σ᾿ Αὐτὸν ποὖρθε κοντά μου μὲ ἀγάπη γιὰ νὰ μὲ καθαρίσῃ ἀπὸ τὴ νέκρα
τῆς ἄσωτης ζωῆς μου. 


ι´
Κι ἐκεῖνος καθὼς διάβασε τῆς μετανοιωμένης
γυναίκας τὴν ἐγκάρδια ἀγάπη καὶ τὴν προθυμία
τῆς λέει: «Πές μου, Ποιὸς εἶν᾿ Αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾷς,
ποῦ τόσο πολὺ σὲ μάγεψε καὶ στὴν ἀγάπη σ᾿ ἐτράβηξε;
Ἔχει ἄραγε κάτι ἀντάξιο τοῦ μύρου μου;»
Κι ἀμέσως ἔβγαλε φωνὴ ἡ ἁγιασμένη,
καὶ μιλάει θαρρετὰ στὸν ἀρωματοποιό:
«Ὦ ἄνθρωπε, γιατί μοῦ λές, «ἔχεις κάτι ἀντάξιο;»
Τίποτα δὲν τοῦ παραβγαίνει στὴν ἀξία.
Οὔτε ὁ οὐρανὸς οὔτε ἡ γῆ οὔτε ὁ κόσμος ὅλος μπορεῖ
νὰ συγκριθῆ μ᾿ Αὐτὸν ποὺ ἔφτασε ὁλοπρόθυμα νὰ μὲ
ἐλευθερώσῃ
ἀπὸ τὴν ἄσωτη ζωή μου.


 ια´
Εἶναι Γιὸς τοῦ Δαβίδ, γι᾿ αὐτὸ καὶ εἶναι ὄμορφος.
Εἶναι Γιὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεός, γι᾿ αὐτὸ πολὺ εὐχάριστος.
Καὶ Τοῦτον δὲν ἀντίκρυσα, μὰ ἄκουσα καὶ λαβώθηκα
ἀπ᾿ τὴ Μορφὴ Ἐκείνου ποὺ κατὰ τὴ θεότητα εἶναι χωρὶς Μορφή.
Τὸν Δαβὶδ κάποτε ἀντίκρυσε ἡ Μελχὼ καὶ τὸν ἀγάπησε.
Ὅμως ἐγὼ χωρὶς νὰ δῶ τοῦ Δαβὶδ τὸν ἀπόγονο λαχταρῶ καὶ ἀγαπάω.
Ἐκείνη ὅλα τὰ παλάτια ἀπαρνήθηκε
καὶ στὸ φτωχὸ Δαβὶδ ἔτρεξε τότε μὲ λαχτάρα.
Κι ἐγὼ τ᾿ ἁμαρτωλὰ λεφτὰ ξοδεύω κι ἀγοράζω
τὸ μύρο γιὰ Κεῖνον ποὺ μὲ καθαρίζει
ἀπὸ τὴν ἄσωτη ζωή μου.





εδώ

Τετάρτη

Παιδίον νέον, ὁ πρὸ αἰώνων Θεός






Τὴν Ἐδὲμ Βηθλεὲμ ἤνοιξε, δεῦτε ἴδωμεν· 

τὴν τρυφὴν ἐν κρυφῇ εὕρομεν, δεῦτε λάβωμεν, 

τὰ τοῦ Παραδείσου ἔνδον τοῦ Σπηλαίου.


 Ἐκεῖ ἐφάνη ῥίζα ἀπότιστος, βλαστάνουσα ἄφεσιν·

ἐκεῖ εὑρέθη φρέαρ ἀνώρυκτον, οὗ πιεῖν Δαυῒδ πρὶν ἐπεθύμησεν· 


ἐκεῖ Παρθένος τεκοῦσα βρέφος, τὴν δίψαν ἔπαυσεν εὐθύς, τὴν τοῦ Ἀδὰμ καὶ τοῦ Δαυΐδ· 



διὰ τοῦτο πρὸς τοῦτο ἐπειχθῶμεν, οὗ ἐτέχθη, 

Παιδίον νέον, ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.




ο οίκος της εορτής, κοντάκιον ρωμανού μελωδού

Πέμπτη

άγιος Ρωμανός Μελωδός-εις την χαράν της Θεοτόκου


Οι αγγελικές δυνάμεις προπορευτείτε,κάτοικοι της Βηθλέεμ προετοιμάσατε την φάτνη, γιατί ο Λόγος γεννιέται και η Σοφία ετοιμάζεται να έρθει! Εκκλησία ετοιμάσου να Τον προϋπαντήσεις και στην χαρά της Θεοτόκου όλοι οι λαοί ας πούμε: Δοξασμένος, ναι δοξασμένος να είναι ο Θεός μας πού ήλθε! Τα βουνά ας σταλάξουν γλυκασμό, γιατί να! Φτάνει ο Θεός από Θαιμάν! Θρησκείες των ειδώλων, νικιέστε τώρα!Χαρείτε προφήτες και οι πατριάρχες σκιρτήσατε! ¨Άνθρωποι χορέψτε γεμάτοι με Θείο Πνεύμα! Ο Ισχυρός και μεγάλος Άρχοντας, ο Χριστός γεννιέται σαν άνθρωπος.Ο Βασιλιας των Ουρανών στην γη καταφτάνει! 
Πλησιάζει ο Χριστός, προετοιμάσου Βηθλεέμ. Ήδη ανατέλει σαν αυγή η σωτηρία των Εθνών.Προετοίμασε την φάτνη,μάζεψε τους Βοσκούς, προσκάλεσε τους Μάγους από την Περσία! Οι στρατιές των Ασωμάτων Νοών,(ήδη) κραυγάζουν:Ο Βασιλιάς των Ουρανών καταφτάνει στην Γη!
Καινούριε εσύ Ισραήλ(Εκκλησία) πού ψάλλεις το νέο τραγούδι!Εσύ που τραγουδάς την ουράνια εκείνη μελωδία (των αγγέλων), γέμισε με ευφροσύνη και τέρψη και αγαλλίαση και χόρευε!Γιόρταζε με λαμπρότητα το πανηγύρι σου,γιατί ο Θεός πού προφητέυτηκε πώς θα φανεί από το Θαιμάν, φάνηκε!Αυτός ο ίδιος μέλλει να λουστεί ως άνθρωπος στα ρεύματα του Ιορδάνη.




Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2011/12/blog-post_19.html#ixzz2ES5igwJJ

Δευτέρα

ρωμανός μελωδός-την ώραν ψυχή...


Τήν ὥρα, ψυχή, τοῦ τέλους ἐννοήσασα
καί τήν ἐκκοπήν τῆς συκῆς δειλιάσασα, 
τό δοθέν σοι τάλαντον φιλοπόνως ἔργασαι, ταλαίπωρε,
γρηγοροῦσα καί κράζουσα· 
Μή μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ.


Και αφού ψυχή μου λογισθείς
την 'Ωρα και το Τέλος
και της συκιάς της άκαρπης
το κόψιμο δειλιάσεις.
Με πόνο και με κάματο
το τάλαντο εργάσου.
Ταλαίπωρη...!
Ξύπνησε από τον θάνατο και κράξε :
Μή μείνω έξω της χαράς,
του γάμου του Χριστού μου!


Κυριακή

ρωμανός μελωδός- κοντάκιον εις το Πάθος (οίκοι α΄,β΄,γ΄,ιστ΄)




α´

 Τὸν ἴδιον ἄρνα ἡ ἀμνὰς θεωροῦσα
πρὸς σφαγὴν ἑλκόμενον ἠκολούθει ἡ Μαρία τρυχομένη
μεθ᾿ ἑτέρων γυναικῶν ταῦτα βοῶσα,
«Ποῦ πορεύῃ, τέκνον; τίνος χάριν τὸν ταχὺν
δρόμον τελέεις;
μὴ ἕτερος γάμος πάλιν ἐστὶν ἐν Κανᾷ,
κἀκεῖ νυνὶ σπεύδεις, ἵν᾿ ἐξ ὕδατος αὐτοῖς οἶνον ποιήσῃς;
συνέλθω σοι, τέκνον, ἢ μείνω σε μᾶλλον;
δός μοι λόγον, Λόγε, μὴ σιγῶν παρέλθῃς με,
ὁ ἁγνὴν τηρήσας με,
ὁ υἱὸς καὶ θεός μου».


α´
Τὸ παιδί Της ἡ Μητέρα καθὼς ἔβλεπε
νὰ Τὸ πηγαίνουν στὸ θάνατο, κατάκοπη ἀκολουθοῦσεν ἡ Μαρία
μαζὶ μ᾿ ἄλλες γυναῖκες καὶ τοῦτα ἔλεγε:
«Ποῦ πορεύεσαι, Τέκνο; Γιὰ ποιὸ λόγο βιαστικὸς τὸ δρόμο τρέχεις;
Μήπως κι ἄλλος γάμος εἶναι στὴν Κανᾶ,
καὶ γιὰ ῾κεῖ τραβᾶς ἐτώρα, κρασὶ ἀπ᾿ τὸ νερὸ γιὰ νὰ τοὺς φτιάξης;
Νὰ ῾ρθῶ μαζί Σου, Τέκνο μου, ἢ νὰ Σὲ περιμένω;
Ἕνα λόγο πές μου, Λόγε, ἐμένα ἀμίλητος μὴν προσπεράσης,
Ἐσὺ π᾿ Ἁγνὴ μὲ φύλαξες,
ὁ Υἱὸς καὶ Θεὸς μου».

β´
Οὐκ ἤλπιζον, τέκνον, ἐν τούτοις ἰδεῖν σε
οὐδ᾿ ἐπίστευόν ποτε ἕως τούτου τοὺς ἀνόμους ἐκμανῆναι
καὶ ἐκτείναι ἐπὶ σὲ χεῖρας ἀδίκως,
ἔτι γὰρ τὰ βρέφη τούτων κράζουσί σοι τὸ «εὐλογημένος».
ἀκμὴν δὲ βαΐων πεπλησμένη ἡ ὁδὸς
μηνύει τοῖς πᾶσι τῶν ἀθέσμων τὰς πρὸς σὲ πανευφημίας.
καὶ νῦν τίνος χάριν ἐπράχθη τὸ χεῖρον;
γνῶναι θέλω, οἴμοι, πῶς τὸ φῶς μου σβέννυται,
πῶς σταυρῷ προσπήγνυται
ὁ υἱὸς καὶ θεός μου».  

β´
Δὲν τὸ περίμενα, Παιδί μου, σὲ τέτοια νὰ Σὲ δῶ,
καὶ ποτὲ δὲν ἐπίστευα πὼς θά ῾φταναν οἱ ἄνομοι σὲ τέτοια μανία
καὶ χέρια θ᾿ ἅπλωναν ἄδικα ἐπάνω Σου.
Ἀφοῦ ἀκόμα τ᾿ ἀθῷα τους βρέφη Σοῦ κράζουν τὸ «Εὐλογημένος»,
κι ἀπ᾿ τὰ βάγια ἀκόμη γεμάτος ὁ δρόμος
καὶ διαλαλεῖ στὸν καθένα τὰ παινέματα ποὺ Σοῦ ῾πλεξαν οἱ ἄνομοι.
Καὶ τώρα γιὰ ποιὸ λόγο ἔγινε τὸ κακό;
Θέλω νὰ μάθω, ἀλλοίμονο, πῶς χάνεται τὸ φῶς μου;
Πῶς στὸ Σταυρὸ καρφώνεται
Ὁ Υἱὸς καὶ Θεός μου.

γ´
Ὑπάγεις, ὢ τέκνον, πρὸς ἄδικον φόνον
καὶ οὐδεὶς σοὶ συναλγεί, οὗ συνέρχεται σοὶ Πέτρος
ὁ εἰπῶν σοι,
«οὐκ ἀρνοῦμαί σε ποτέ, κἂν ἀποθνῄσκω».
ἔλιπέ σε Θωμᾶς ὁ βοήσας, «μετ᾿ αὐτοῦ θάνωμεν πάντες».
οἱ ἄλλοι Δὲ πάλιν, οἱ οἰκεῖοι καὶ γνωστοὶ
καὶ μέλλοντες κρίνειν τὰς φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ, ποῦ εἰσιν ἄρτι;
οὐδεὶς ἐκ τῶν πάντων, ἀλλ᾿ εἰς ὑπὲρ πάντων
θνῄσκεις, τέκνον, μόνος, ἀνθ᾿ ὧν πάντας ἔσωσας,
ἀνθ᾿ ὧν πᾶσιν ἤρεσας,
ὁ υἱὸς καὶ θεός μου».  

  γ´
Πηγαίνεις, Παιδί μου, σὲ ἄδικο φόνο
καὶ κανεὶς δὲν Σὲ πονεῖ. Ὁ Πέτρος δὲν ἔρχεται μαζί Σου,
ποὺ Σοῦ εἶπε:
«Ποτὲ δὲν Σ᾿ ἀρνοῦμαι κι ἂν χρειαστῇ νὰ πεθάνω».
Σ᾿ ἄφησε ὁ Θωμᾶς ποὺ ἐδήλωσε: «Ἂς πεθάνουμε ὅλοι μαζί Του».
Καὶ οἱ ἄλλοι ἀκόμα, οἱ φίλοι καὶ γνωστοὶ
καὶ ποὺ πρόκειται νὰ κρίνουν τὶς φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ, τώρα ποῦ βρίσκονται;
Κανένας ἀπ᾿ ὅλους καὶ Ἕνας γιὰ ὅλους.
Πεθαίνεις, Τέκνο μου, Μόνος, μιᾶς καὶ ὅλους τοὺς ἔσωσες,
μιᾶς καὶ φέρθηκες ὄμορφα σ᾿ ὅλους,
Σὺ ὁ Υἱὸς καὶ Θεός μου».   

 ιστ´
«Οὐκοῦν εἰ συνέρχει, μὴ κλαύσῃς, ὦ μῆτερ,
μηδὲ πάλιν πτοηθῇς, ἐὰν ἴδῃς σαλευθέντα τὰ στοιχεῖα,
τὸ γὰρ τόλμημα δονεῖ πᾶσαν τὴν κτίσιν,
πόλος ἐκτυφλοῦται καὶ οὐκ ἀνοίγει ὀφθαλμόν,
ἕως ἂν εἴπω,
ἡ γῆ σὺν θαλάσσῃ τότε σπεύσουσι φυγεῖν,
ναὸς τὸν χιτῶνα ῥήξει τότε κατὰ τῶν ταῦτα τολμώντων,
τὰ ὄρη δονοῦνται, οἱ τάφοι κενοῦνται,
ὅταν ἴδῃς ταῦτα, ἐὰν πτήξης ὡς γυνή,
κράξον πρὸς μέ, «φεῖσαί μου,
ὁ υἱὸς καὶ θεός μου».  

ιστ´
Λοιπόν, ἂν μείνης μαζί μου, μὴν κλάψης, Μητέρα,
οὔτε καὶ νὰ φοβηθῇς, ἂν ἰδῆς νὰ σαλεύουν τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου,
γιατὶ τοῦτο τὸ τόλμημα συγκλονίζει τὴν πλάσι.
Χάνει τὸ φῶς ὁ οὐρανὸς καὶ δὲν ἀνοίγει μάτι μέχρι νὰ
τοῦ πῶ.
Ἡ γῆ καὶ ἡ θάλασσα τότε θὰ τρέξουν νὰ φύγουν.
Τότε ὁ Ναὸς τὸ καταπέτασμα θὰ σχίσει γιὰ ἐκείνους ποὺ αὐτὰ τολμοῦν.
Τὰ ὄρη τραντάζονται, οἱ τάφοι ἀδειάζουν.
Ὅταν ἐτοῦτα ἀντικρίσῃς, ἂν σὰν γυναῖκα φοβηθῆς,
κρᾶξε σὲ μένα: «Γλύτωσέ με, Σύ,
ὁ Υἱὸς καὶ Θεός μου».


χώρος πηγής και μετάφρασης
πηγη εικονας