πένθος χαρωπόν= η βαθιά συναίσθηση και το υπέροχο βίωμα της μακαρίας χαρμολύπης , πού υπάρχει και εγκρύπτεται στην ορθόδοξη πνευματικότητα. Αφορμή ένας στίχος του Ν. Καρούζου, από το ποίημα "απολέλυσαι της ασθενείας σου". Όλοι οι ποιητές , είτε το γνωρίζουν , είτε το αρνούνται,είτε το αγνοούν είναι λίγο πολύ χαρμολυπικοί.Η μακαρία χαρμολύπη όμως εντοπίζεται απόλυτα μόνο στους βιωματικούς μυστικούς της ορθόδοξης πνευματικότητας.

Παρασκευή

Δύο θεομητορικά









χαίροις ροδωνιά η ηδύπνους, η εκ καλύκων βλαστήσασα, παρθενίας ρόδον, ερυθρόν ευώδες...


 Χαῖρε, κρῖνον, οὗ ὁ γόνος Ἰησοῦς, ταῦτα τὰ κρῖνα τοῦ ἀγροῦ ἀμφιεννύντος·
ἡδύπνους ῥοδωνία τοῦ Πνεύματος, ἐξ ἧς Χριστὸς ἀνήθευτον ἐξ ἀσπορίας στολὴν περιεβάλετο, τὴν Σολομωντικὴν στολὴν ἀποκρύπτουσαν.
Χαῖρε, ἄνθος, τὸ πάσης ἀνθοβαφικῆς χροιᾶς ποικιλώτερον ἐξ ἀρετῆς ἁπάσης ἥδυσμα, ἐξ ἧς ἄνεισιν ἄνθος ὁμοίῳ ὅμοιον κατὰ μητρικὴν ἐμφέρειαν, ἐφ' ᾧ ἑπτὰ τὰ ἀναπαυόμενα πνεύματα, ὡς ὁ Λόγος.
Χαῖρε, νάρδος νάουσα, καὶ ἀρδεύουσα κατὰ τὰ μυρεψικὰ τῆς ἁγνείας ἀρώματα, ὧν ἡ διάδοσις ὀσμὴ ἡδεῖα τῷ φήσαντι ἐν Ἄσμασι·
Νάρδος μου ἔδωκεν ὀσμὴν αὐτοῦ.
Χαῖρε, στακτὴ, ἡ ἐκ παρθενικῆς βαλσαμουργίας ἀποστάξασα Χριστῷ, στακτὴν ἁγιάσματος, ἤτοι γάλακτος, ἡ ψάλλουσα ἐν Ἄσμασιν·
Ἀπόδεσμος τῆς στακτῆς ἀδελφιδοῦς μου ἐμοὶ, ἀναμέσον τῶν μαστῶν μου αὐλισθήσεται.
Χαῖρε, κιννάμωμον, τὸ ἐκ νοητοῦ παραδείσου τῆς ἀχραντίας ἐξιὸν ἄρωμα, οὗ ἡ ὀσμὴ ἡδεῖα τῷ λέγοντι ἐν Ἄσμασιν·
Ἀποστολαί σου παράδεισος ῥοῶν μετὰ καρπῶν ἀκροδρύων·
κάλαμος καὶ κιννάμωμον μετὰ πάντων ξύλων τοῦ Λιβάνου.
Χαῖρε, θύγατερ, ἡ θυηπόλος νεᾶνις, ἧς τὸ ἄχραντον ἐράσμιον, καὶ ὁ κόσμος παράδοξος τῷ φήσαντι ἐν Ἄσμασι·
Τί ὡραιώθησαν διαβήματά σου ἐν ὑποδήμασι, θύγατερ Ἀμιναδάβ;
Ἡ κοιλία σου θημωνία σίτου πεφραγμένη ἐν κρίνοις.
Χαῖρε, ἀδελφὴ, ἡ τοῦ καλοῦ ἀδελφοῦ παρώνυμος καὶ πανέραστος, οὗ ἡ φωνὴ τοιάδε ἐν Ἄσμασιν·
Ἐκαρδίωσας ἡμᾶς, ἀδελφή μου νύμφη, ἐκαρδίωσας;
Χαῖρε, νύμφη, ἧς νυμφοστόλος τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ νυμφίος ὁ Χριστὸς, ὁ λέγων ἐν Ἄσμασιν·
Ὁλοκάλη ἡ πλησίον μου, καὶ μῶμος οὐκ ἔστιν ἐν σοί·
δεῦρο ἀπὸ Λιβάνου, νύμφη.
Χαῖρε, μύρον, τὸ τῶν ἀρετῶν μυριότιμον σύνθημα, ἡ παναγνείας μύροις μυρίζουσα, ἐξ ἧς ὁμωνύμως σοι προῆλθεν ὁ Κύριος.
Μύρον γὰρ, φησὶν, ἐκκενωθὲν ὄνομά σου·
ἀφ' οὗ κέχρισται τὸ βασίλειον ἱεράτευμα. 








*θεοτοκάριον
**θεοδώρου οσίου στουδίτου, εις το γενέσιον της Θεοτόκου(απόσπασμα)












πηγή
πηγη εικόνας






Δευτέρα

μ. σαχτούρης - το σπίτι μου

Ἔψαχνα νὰ βρῶ τὸ σπίτι μου... Γύρω
Πέφταν μεγάλα ἀγκωνάρια ἀπό τοὺς
τοίχους τῶν ἄλλων σπιτιῶν ποὺ γκρεμίζονταν
καὶ εἶναι θαῦμα πῶς δὲν πέφταν πάνω μου.
Προχωροῦσα λοιπὸν μέσα στὸ βουητὸ καὶ τὸ κακό,
καὶ νά, ξαφνικὰ βρέθηκα
μπροστὰ στὸ σπίτι μου, ποὺ ἦταν ἀκόμη
ὄρθιο.
Στάθηκα λοιπὸν στὴν ἐξώπορτα καὶ
καθὼς προχώρησα πρὸς τὴ μεγάλη
πόρτα τοῦ σαλονιοῦ, εἶδα τὸ Χριστό,
μέσα σὲ λάμψη
, μὲ τὰ χέρια ἁπλωμένα
στὰ πλάγια νὰ μὲ κοιτάζει αὐστηρά.
Ἀνατρίχιασα, κοπῆκαν τὰ πόδια μου,
ἔγειρα καὶ ἔπεσα κάτω λιπόθυμος.






Τετάρτη

ν. καρούζος - συντομία του ονείρου




Τρέχει μέσ᾿ στὰ χαράματα τὸ ἐλάφι
ποὺ εἶναι ἡ χαρά μου τόσος ἀντίλαλος
ἐδῶ ποὺ κατοικῶ
 

ἕνα πουλὶ ἀπὸ καπνὸ ἀνέρχεται στὸ ξημέρωμα.
 

Ἰδοὺ ὁ Τρέχων
ἔχει σφάξει τὸ ἀρνὶ στὶς πηγὲς τῶν ὑδάτων.
 

Θριαμβικὴ νεφέλη ὄχημα παλαιὸ ἰδοὺ ὁ Τρέχων
καὶ τὸ σύρουν
ἄλογα τρυπημένα στὰ λάμποντα πλευρά.
 

Μέσα στὸ ὄχημα βρίσκομαι καὶ πηγαίνω
πρὸς τὸν ἄγνωστο προορισμό μου.

















πηγη

Τρίτη

Αφιέρωμα στον δεκαπενταύγουστο: 7.ύμνοι δεκαπενταυγούστου


 





Ἀπόστολοι ἐκ περάτων, συναθροισθέντες ἐνθάδε, Γεθσημανῆ τῷ χωρίῳ, κηδεύσατέ μου τὸ σῶμα, καὶ σύ, Υἱὲ καὶ Θεέ μου, παράλαβέ μου τὸ πνεῦμα.
 
Ὁ γλυκασμὸς τῶν Ἀγγέλων, τῶν θλιβομένων ἡ χαρά, χριστιανῶν ἡ προστάτις, Παρθένε Μήτηρ Κυρίου, ἀντιλαβοῦ μου καὶ ῥῦσαι, τῶν αἰωνίων βασάνων.
 
Καὶ σὲ μεσίτριαν ἔχω, πρὸς τὸν φιλάνθρωπον Θεόν, μή μου ἐλέγξῃ τὰς πράξεις, ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων, παρακαλῶ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι ἐν τάχει.
 
Χρυσοπλοκώτατε πύργε, καὶ δωδεκάτειχε πόλις, ἡλιοστάλακτε θρόνε, καθέδρα τοῦ Βασιλέως, ἀκατανόητον θαῦμα, πῶς γαλουχεῖς τὸν Δεσπότην ;


 

Κυριακή

Αφιέρωμα στον δεκαπενταύγουστο 6. Το σκίρτημα της Ελισάβετ-τ.παπατσώνης






Ομοία προς το εύοσμον Μήλον μεταξύ των άλλων δασωδών άγριων ξύλων
ή ομοία προς Κρίνον εν τω μέσω Ακανθών, στην φλέγουσα ζέστη του Ιουνίου.

Διάβηκε εχτάσεις ανηφορικές και ανέβη στο Όρος η Παναγία, να ιδεί την Ελισάβετ.
Στην αυγινή δρόσο τη βουνίσια ξανάσαινεν η φύση ανακουφιστικά, εκεί ψηλά.
Μπροστά στου αγροτικού λευκού σπιτιού την θύρα ήτο απλωμένη τέντα από πανί
και σκιάν έδιδε ευχάριστη στους ενοικούντες άγιους αναχωρητές.
Την ησυχία και την γαλήνη του βουνίσιου βίου ήρθε η ανυπόκριτη να επισκεφθεί Χαρά,
κουρασμένη αλαφρά, λαχανιασμένη από την ανηφόρα, η Χαρά του χαμογέλιου.
Δροσερό σαν να κάλυψε κατάλευκο συννεφάκι τα θάμπη και τες φλόγες του ήλιου,
ήτο η στιγμή που ησπάσθηκαν κάτω στην τέντα, τρυφερά, η Μαριάμ την Ελισάβετ!
Ο δε Θεός στο σκιερό σκήνωμα παρθενικής κοιλίας έδιδεν ασπασμό του Βαφτιστή του,
κλεισμένου σε παρόμοιο σκήνωμα, γεροντικό. Και οι δυό τους κρύβαν,
ο μεν τη θεία του ουσίαν, ο δε της προφητείας το δώρο, σε νηπιακής μορφής το πέπλον,
αγέννητα έμβρυα, ούτε νήπια κάν. Παρθένος και Γερόντισσα, ιδού τες, από Θεού, Μητέρες.

Τρεις μήνες έμεινεν η Παναγία στη θεϊκή ερημιά, στο αγροτικό σπίτι του Ζαχαρία,
μέσα της κλείνουσα όλο και ταπείνωσην, όλο και αγάπη κι' επουράνιο θάμπος,
το Λόγο τον αχώρετο, το Σύμπαν το δημιουργικό, τον Άρχοντα των Αγγέλων.
Και τα βουνίσια δέντρα εσείοντο, στο μάκρος όλου του Καλοκαιριού, σκορπίζοντας δροσιές.
Και τον λαμπρό διαδέχετο Ήλιο το λαμπρότερο νυχτερινό Φεγγάρι μετά των λοιπών Αστέρων.
Και ήτο δοξολογία το παν τριγύρω προς την παντοκράτειρα Ρίζα του βασιλέα Δαυίδ!

Σήμερον είναι απάνω απ' όλα η πανηγυρική μνήμη του ύμνου της ταπεινωσύνης,
που δόξασεν η Παναγία τον γιό και Θεό της με το "Μεγαλύνει η ψυχή μου".

Σε ερημικιά βουνοκορφήν όλο φυτεία, μια Εκκλησιδίτσα αν ορθωνόταν,
ήθελα να την κατοικώ μ' έναν Ιερέα και με τον Κύριο σκέπη και βοηθό μου,
σε διαρκή και αιώνια θύμηση της Παναγίας που ανέβη το Όρος,
παντοτινής μου έκστασης περιλουσμένος ξωτικιά γαλήνη, εντός Ονείρου υμνητικού.



Παρασκευή

Αφιέρωμα στον δεκαπενταύγουστο: 5. κ.καβάφης - δέησις







Η θάλασσα στα βάθη της πήρ' έναν ναύτη. -
Η μάνα του, ανήξερη, πιαίνει κι ανάφτει

στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί
για να επιστρέψει γρήγορα και νάν' καλοί καιροί -

και όλο προς τον άνεμο στήνει τ' αυτί.
Αλλά ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή,

η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη,
ξεύροντας πως δεν θάλθει πια ο υιός που περιμένει.













πηγη εικονας

Τετάρτη

Αφιέρωμα στον δεκαπενταύγουστο: 4. μ. μουντές, δέηση του δεκαπενταυγούστου




παναγιά στον μαχαιρά






΄Ελα σαν αυγουστιάτικο μελτέμι
- προτού οι εφτά πληγές σφραγίσουνε το τέλος -
παραπονεμένος άνεμος
να χαϊδέψης το κατώφλι μας.
Η φωνή μας σε περιμένει
- έχει απομείνει μονάχη -
τραγούδι επίμονο του τζίτζικα στο κοιμητήρι.
Περιδιάβασε ανάμεσα στις τύψεις μας.
΄Εχει μια λύπη η δέησή μας,
από έναν παιδικό καιρό, που ξανάνθισε
μια τρυφερότητα νησιώτικης ακρογιαλιάς
που καθρεφτίζει τους οικτιρμούς σου.
Κατέβα από τους λόφους,
φέρε την πηγή του ελέους σου
ν' αναβλύση πλάι στην πληγή μας.
Μάζεψε πάλι εκ περάτων
τα μηνύματα της χαράς,
φόρτωσέ τα πάνω σε δειλινές καμπάνες
που σημαίνουν την Παράκληση
και φέρτα να τα καρφώσης
στεφάνι στην πόρτα μας!




Δευτέρα

Αφιέρωμα στον Δεκαπενταύγουστο: 3. Από τον Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα







Καὶ ποῦ λοιπόν, ἄλλην εὑρήσω ἀντίληψιν; ποῦ προσφύγω; ποῦ δὲ καὶ σωθήσομαι; τίνα θερμὴν ἔξω βοηθόν, θλίψεσι τοῦ βίου καὶ ζάλαις οἴμοι! κλονούμενος; Εἰς σὲ μόνην ἐλπίζω, καὶ θαρρῶ καὶ καυχῶμαι, καὶ προστρέχω τῇ σκέπῃ σου σῶσον με.

Τὸν ποταμόν, τὸν γλυκερόν τοῦ ἐλέους σου, τὸν πλουσίαις δωρεαῖς δροσίσαντα, τὴν παναθλίαν καὶ ταπεινήν, πάναγνε ψυχήν μου, τῶν συμφορῶν καί τῶν θλίψεων, καμίνῳ φλογισθεῖσαν, μεγαλύνω κηρύττω, καὶ προστρέχω τῇ σκέπῃ σου σῶσον με.

 Ἐκύκλωσαν, αἱ τοῦ βίου με ζάλαι, ὥσπερ μέλισσαι κηρίον Παρθένε, καὶ τὴν ἐμὴν κατασχοῦσαι καρδίαν, κατατιτρώσκουσι βέλει τῶν θλίψεων· ἀλλ' εὕροιμί σε βοηθόν, καὶ διώκτην καὶ ῥύστην Πανάχραντε.



ποίημα Θεοδώρου Β΄Λασκάρεως του Βασιλέως 





Κυριακή

έθελξας πόθω με Χριστέ


 





Ἔθελξας πόθῳ με Χριστέ,


 καὶ ἠλλοίωσας τῷ θείῳ σου ἔρωτι,



ἀλλὰ κατάφλεξον, πυρὶ ἀΰλω τὰς ἁμαρτίας μου, 



καὶ εμπλησθῆναι τῆς ἐν σοὶ τρυφῆς καταξίωσον,



 ἵνα τὰς δύο σκιρτῶν,
 μεγαλύνω ἀγαθὲ παρουσίας σου.







τροπάριον Θ΄Ωδής Μεταμορφώσεως, ποίημα οσ. Ιωάννου Δαμασκηνού

Παρασκευή

Αφιέρωμα στον δεκαπενταύγουστο: 2. τάκης παπατσώνης-ρεμβασμός δεκαπενταυγούστου





Στη μνήμη Εκείνου που τον ρέμβασε

Άλαλα τα χείλη των όσων δεν κοπιάσαν
για ν' ακουμπήσουν τα ξαναμμένα κεφάλια τους
στα γόνατά σου τα μητρικά, που καταλύουν το μαύρο πάθος.
Άλαλα τα χείλη των όσων δεν διακρίναν, πως
συντρίβεις με το πόδι σου και συνθλάς την κεφαλή
του πανάρχαιου δράκοντα, που κέρδισε παίζοντας
κι' ύστερα τόχασε το μήλο. Άλαλα τα χείλη
των όσων δεν ποθήσαν το ξαπόσταμα της αρμογής
και την ασφάλεια, το απάγγειασμα της νηνεμίας.
Είσαι ένα λιμανάκι ελληνικού νησιού όλο κατάρτια
περήφανα υψωμένα· φτωχά καΐκια αραγμένα,
φτωχά, αλλά που γνωρίσαν την αντάρα και την τρομάρα,
που φορτωθήκαν μόχθο και μεταφέραν πλούτος.
Είσαι άσπρο ελληνικό ερημοκκλήσι δαρμένο
από την αντηλιά. Γύρω-γύρω αμπέλια, μποστάνια,
καρποφόρες συκιές και κάπου κάπου μοναχική
και κάποια ελιά. Χρυσοφρυγανισμένα τα χορτάρια
αχνίζουνε, άχυρο πια· κι' αντίς γι' αγγέλους, τα τζιτζίκια,
σου κανοναρχούνε το κάθε απομεσήμερο έως αργά
με το δικό τους τρόπο τον Παρακλητικό Κανόνα.
Αναστραμμένο σου θρονί, όλο αυτό το γαλάζιο
ενός απλού ουρανού, που πάλαι γίνηκε το Μέτρο των Δωριέων
και που αναπαύεται στεριωμένος στα χρυσάφια
του ευλογημένου μας πελάγους.
Άλαλα τα χείλη τους - και τι μπορούν ν' αρθρώσουν,
που τη φωνή τους κουκουλώνει η τύρβη μερονυχτίς,
ενώ σειέται απ' τις βουές ο Μέγιστος Ιππόδρομος
και πλημμυράει απ' τα αίματα των Μαρτύρων
κι' απ' τη μανία των Μονομάχων.
Αυτό το αίμα είναι που βοά, αυτό είναι που ρυπαίνει.
Εδώ χρειάζεται η βακτηρία του γίγαντα Ασκητή
του λευκοπώγωνα να επιβληθεί να τους σκορπίσει,
όλους τους ίππους και τους αναβάτες τους.
Εδώ χρειάζεται κοντύλι του Ζωγράφου, στη μοναξιά,
στην προσευχή και στην προσήλωση, με τα ζωογόνα
τα χρώματα τα πρώτα να ξαναγαλουχήσει
το βρέφος-Θεό, να ξαναγράψει τις πληγές της Αγάπης,
να ξαναδροσίσει τη ρίζα τη συμπονετική,
ν' αποδείξει τι απέραντη είναι η αγκαλιά της μητέρας,
να συναθροίσει πάλι εκ περάτων όλους εκείνους,
που με σέβας πολύ θα σταυρώσουν τα χέρια της Κόρης
με συνοδεία των αγγέλων, με ηχητικές αρμονίες
και θα ενεργήσουν όπως αξίζει την ταφή της,
ανοίγοντας το δρόμο για την καθέδρα τ' ουρανού,
όπου η αδιάκοπη Παράκληση. Ενώ τα δέντρα
τα ευσκιόφυλλα στη λιτάνευση, καθώς το Σώμα
περνάει της Βασίλισσας, ριγούντα και φρίττοντα,
θα συγκλίνουν για προσκύνηση σκορπώντας
τη δροσιά τους με το ανέμισμα, ριπίδια της λατρείας,
αναστυλώνοντας όσους μαραίνονται κι' ασθμαίνουν
στις τροπικές τις λαύρες του καλοκαιριού μας,
μισοκαμένες θημωνιές κοντά στο αλώνι,
καπνοί, που διαλύουν
τις αυγουστιάτικες τις αμαρτίες μας.
Τότε μονάχα τ' άλαλα τα χείλη,
ίσως ερθεί στιγμή
και λαλήσουν.

πηγη