πένθος χαρωπόν= η βαθιά συναίσθηση και το υπέροχο βίωμα της μακαρίας χαρμολύπης , πού υπάρχει και εγκρύπτεται στην ορθόδοξη πνευματικότητα. Αφορμή ένας στίχος του Ν. Καρούζου, από το ποίημα "απολέλυσαι της ασθενείας σου". Όλοι οι ποιητές , είτε το γνωρίζουν , είτε το αρνούνται,είτε το αγνοούν είναι λίγο πολύ χαρμολυπικοί.Η μακαρία χαρμολύπη όμως εντοπίζεται απόλυτα μόνο στους βιωματικούς μυστικούς της ορθόδοξης πνευματικότητας.

Κυριακή

ντ. χριστιανόπουλος , [μια γυναίκα στον δρόμο...]













μιὰ γυναῖκα στὸ δρόμο
μαλώνει τὸ παιδάκι της
«δε θὰ πᾶμε στὸ σπίτι;
θὰ σὲ κρεμάσω ἀνάποδα»
γύρισα κι εἶδα τὸ μικρό:
ἤτανε κιόλας κρεμασμένο




Σάββατο

γ.σεφέρης, υστερόγραφο





Αλλά έχουν μάτια κάτασπρα χωρίς ματόκλαδα 
και τα χέρια τους είναι λιγνά σαν καλάμια.
Κύριε, όχι μ’ αυτούς. Γνώρισα 
τη φωνή των παιδιών την αυγή 
πάνω σε πράσινες πλαγιές ροβολώντας 
χαρούμενα σαν μέλισσες και σαν 
τις πεταλούδες, με τόσα χρώματα. 
Κύριε, όχι μ’ αυτούς, η φωνή τους 
δε βγαίνει καν από το στόμα τους. 
Στέκεται εκεί κολλημένη σε κίτρινα δόντια.
Δική σου η θάλασσα κι ο αγέρας 
μ’ ένα άστρο κρεμασμένο στο στερέωμα. 
Κύριε, δεν ξέρουνε πως είμαστε 
ό, τι μπορούμε να είμαστε 
γιατρεύοντας τις πληγές μας με τα βότανα 
που βρίσκουμε πάνω σε πράσινες πλαγιές, 
όχι άλλες, τούτες τις πλαγιές κοντά μας 
πως ανασαίνουμε όπως μπορούμε ν’ ανασάνουμε 
με μια μικρούλα δέηση κάθε πρωί 
που βρίσκει τ’ ακρογιάλι ταξιδεύοντας 
στα χάσματα της μνήμης –
Κύριε , όχι μ’ αυτούς. Ας γίνει αλλιώς το θέλημά σου.

(Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος)












Κυριακή

ν. βρεττάκος - η ελληνική γλώσσα

φ. γρυπάρης, άγγελος στο Αιγαίο


Ὅταν κάποτε φύγω ἀπὸ τοῦτο τὸ φῶς
θὰ ἑλιχθῶ πρὸς τὰ πάνω ὅπως ἕνα
ρυακάκι ποὺ μουρμουρίζει.
Κι ἂν τυχὸν κάπου ἀνάμεσα
στοὺς γαλάζιους διαδρόμους
συναντήσω ἀγγέλους, θὰ τοὺς
μιλήσω ἑλληνικά, ἐπειδὴ
δὲν ξέρουνε γλῶσσες. Μιλᾶνε
μεταξύ τους μὲ μουσική.

Πέμπτη

μύρης κχ, ακούς να λένε στα χωριά

θεόφιλος, μεγαλέξαντρος

Ακούς να λένε στα χωριά οι γέροντες τα βράδια
κάτι μυστήρια πράματα που χτίζουν τα σκοτάδια.
Λένε για της Υπαπαντής το μέγα πανηγύρι
πως το λιβάνι πέτρωνε πριν μπει στο θυμιατήρι.
Λένε πως ψέλναν τα πουλιά στ' αριστερό ψαλτήρι
κι απ' τα πηγάδια φέρνανε κρασί οι καλογήροι.

Λένε για κάτι χαϊμαλιά που παίζαν στο μπαρμπούτι
κι ο γούμενος τα βάφτιζε με αίμα και μπαρούτι.
Λένε πως όποιος τα φορεί φτερά βγάζει στην πλάτη,
γίνεται αλαφροΐσκιωτος ψωμί τρώει κι αλάτι.

Ακούς να λένε στα χωριά πως και η ευχή του πιάνει
γιατί τα βόλια, αίματα είχαν του Μακρυγιάννη.
Λένε πως ο φουστανελάς πληγές είχε σαράντα
γι αυτό κι αλαφροΐσκιωτοι είμαστε λίγοι πάντα.


 μελοποιήθηκε από Μαρκόπουλο και το ακουτε εδώ

Τρίτη

ν. καρούζος, αλλόφρονας ιούλιος

“Ο γενέθλιός μου μήνας στα θολερά/ λιοπύρια του Καρκίνου
μ’ έναν απρόκοφτον ίσκιο που αναβλύζει/ δονούμενος από φευγαλέα
φωνήματα κληματαριάς- τι άρια/ ο θάνατος ή η έβδομη κοίμηση…
Σα να αισθάνομαι το σώμα μου στον ιδρώτα/ λουσμένο μουσείο
Οπού ‘χει να δείξει σωζόμενες αστραπές
τη μεγάλη του πόνου προσωπογραφία.
Μοναστήρι παμπάλαιο τούτος- εδώ ο ύπερος.
Δεν επιτρέπω υπολειπόμενα δάκρυα
προχωρώντας με χαυλιόδοντες αταραξίας
ανάμεσα στα μελανθή με φως ανήμερο
να κατακάψω και τις πέντε ηπείρους.
Την καλησπέρα μου στα Ιδανικά σας”.



Δευτέρα

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορτάζοντας τη μνήμη των αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης ένα θαύμα να καίει στους ουρανούς τ' αλώνια


ΚΟΛΑΖ ΕΛΥΤΗ


ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πέτρινο πεζούλι
αντικρύ του πελάγους η Μυρτώ να στέκει
        σαν ωραίο οκτώ ή σαν κανάτι
με την ψάθα του ήλιου στο ένα χέρι

        Το πορώδες και άσπρο μεσημέρι
ένα πούπουλο ύπνου που ανεβαίνει
        το σβησμένο χρυσάφι μες στους πυλώνες
και το κόκκινο άλογο που δραπετεύει

        Του κορμού του αρχαίου του δέντρου η Ήρα
ο δαφνώνας ο απέραντος ο φωτοφάγος
        ένα σπίτι σαν άγκυρα κάτω στο βάθος
η Κυρα-Πηνελόπη με την ηλακάτη

        Της αντίπερα όχθης των πουλιών ο βόσπορος
ένα κίτρο απ' όπου ο ουρανός εχύθηκε
        η γλαυκή ακοή μισή κάτω απ' το πέλαγος
μακροσύσκιοι ψίθυροι νυμφών και σφένταμων

        ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ εορτάζοντας τη μνήμη
των αγίων Κηρύκου και Ιουλίτης
        ένα θαύμα να καίει στους ουρανούς τ' αλώνια
ιερείς και πουλιά να τραγουδούν το χαίρε:

       ΧΑΙΡΕ η Καιομένη και χαίρε η Χλωρή
Χαίρε η Αμεταμέλητη με το πρωραίο σπαθί

        Χαίρε η που πατείς και τα σημάδια σβήνονται
Χαίρε η που ξυπνάς και τα θαύματα γίνονται

        Χαίρε του Παραδείσου των βυθών η Αγρία
Χαίρε της ερημιάς των νησιών η Αγία

        Χαίρε η Ονειροτόκος χαίρε η Πελαγινή
Χαίρε η Αγκυροφόρος και η Πενταστέρινη

        Χαίρε με τα λυτά μαλλιά η χρυσίζοντας τον άνεμο
Χαίρε με την ωραία λαλιά η δαμάζοντας τον δαίμονα

        Χαίρε που καταρτίζεις τα Μηναία των Κήπων
Χαίρε που αρμόζεις τη ζώνη του Οφιούχου

        Χαίρε η ακριβοσπάθιστη και σεμνή
Χαίρε η προφητικιά και δαιδαλική


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ

Κυριακή

Τῶν ἁγίων Πατέρων ὁ χορός







Τῶν ἁγίων Πατέρων ὁ χορός, ἐκ τῶν τῆς οἰκουμένης περάτων συνδραμών, Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ Πνεύματος Ἁγίου, μίαν οὐσίαν ἐδογμάτισε καὶ φύσιν, καὶ τὸ μυστήριον τῆς θεολογίας, τρανῶς περέδωκε τῇ Ἐκκλησίᾳ. Οὓς εὐφημούντες ἐν πίστει, μακαρίσωμεν λέγοντες· Ὦ θεία παρεμβολή, θεηγόροι ὁπλῖται, παρατάξεως Κυρίου, ἀστέρες πολύφωτοι, τοῦ νοητοῦ στερεώματος, τῆς μυστικῆς Σιών, οἱ ἀκαθαίρετοι πύργοι, τὰ μυρίπνοα ἄνθη τοῦ Παραδείσου, τὰ πάγχρυσα στόματα τοῦ Λόγου. Νικαίας τὸ καύχημα, οἰκουμένης ἀγλάϊσμα, ἐκτενῶς πρεσβεύσατε, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

αγίου Γεωργίου Νικομηδείας

Τετάρτη

Τάσος Λειβαδίτης - Το Θλιμμένο Γραμματοκιβώτιο


 

Ο χρόνος, σκέφτομαι, ίσως είναι μια αργοπορημένη τιμωρία –για πιο πανάρχαιο σφάλμα! 
Βράδιαζε. 

Άνοιξα το παράθυρο κι αφουγκράστηκα μακριά το αιώνιο παράπονο του κόσμου.

 Έτσι συνήθως χάνουμε τα πιο ωραία χρόνια μας, από ‘νατίποτα: ένα αύριο που άργησε ή ένα λυκόφως που κράτησε πολύ.

Κιόταν ο Θεός μοίρασε τον κόσμο, τα παιδιά πήρανε τις γωνιές των δρόμων κι ο διάβολος τις πιο ωραίες λέξεις… 


Τάσος Λειβαδίτης Βιολέτες για μια εποχή, 1985



εδώ

Κυριακή

άγιος συμεών νέος θεολόγος- η δόξα με δαγκώνει

 



Η ΔΟΞΑ μὲ δαγκώνει, 
κενή,
 μάταιη

τὰ δόντια της ἔμπηξε στὴν καρδιά μου,
μ’ ἀρρώστησε,
 ὁλόκληρο μὲ διάλυσε

κι ὅταν ἦρθαν τ’ ἄγρια σκυλιά, 
τὸ πλῆθος τὰ θηρία,
μὲ βρῆκαν νὰ κείτομαι 
καὶ μὲ κατασπάραξαν.

Ἡ τρυφὴ κι ὁ ἔπαινος 

τὸν μυελὸ καὶ τὰ νεῦρα μου
διέσπασαν, 

τῆς ψυχῆς τὴ δύναμη καὶ προθυμία.


από Ύμνοι Θείων Ερώτων 




Δευτέρα

μιχ. κατσαρός - θα σας περιμένω


Θὰ σᾶς περιμένω μέχρι τὰ φοβερὰ μεσάνυχτα ἀδιάφορος-
Δὲν ἔχω πιὰ τί ἄλλο νὰ πιστοποιήσω.
Οἱ φύλακες κακεντρεχεῖς παραμονεύουν τὸ τέλος μου
ἀνάμεσα σὲ θρυμματισμένα πουκάμισα καὶ λεγεῶνες.
Θὰ περιμένω τὴ νύχτα σας ἀδιάφορος
χαμογελώντας μὲ ψυχρότητα γιὰ τὶς ἔνδοξες μέρες.
Πίσω ἀπὸ τὸ χάρτινο κῆπο σας
πίσω ἀπὸ τὸ χάρτινο πρόσωπό σας
ἐγὼ θὰ ξαφνιάζω τὰ πλήθη
ὁ ἄνεμος δικός μου
μάταιοι θόρυβοι καὶ τυμπανοκρουσίες ἐπίσημες
μάταιοι λόγοι.
Μὴν ἀμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Τὸ μέλλον μας θὰ ἔχει πολὺ ξηρασία.