πένθος χαρωπόν= η βαθιά συναίσθηση και το υπέροχο βίωμα της μακαρίας χαρμολύπης , πού υπάρχει και εγκρύπτεται στην ορθόδοξη πνευματικότητα. Αφορμή ένας στίχος του Ν. Καρούζου, από το ποίημα "απολέλυσαι της ασθενείας σου". Όλοι οι ποιητές , είτε το γνωρίζουν , είτε το αρνούνται,είτε το αγνοούν είναι λίγο πολύ χαρμολυπικοί.Η μακαρία χαρμολύπη όμως εντοπίζεται απόλυτα μόνο στους βιωματικούς μυστικούς της ορθόδοξης πνευματικότητας.

Τρίτη

λίλιαν μπουράνη - το φαρμακείο



Από την κοιλιά της μάνας μου
με ακολουθεί
η ανίατη αρρώστια
του θανάτου.
Ανόητα εμπιστεύθηκα
και μάταια,
κομπογιαννίτικα γιατρικά,
έρωτες θαυματοποιούς
και σακχαρόπηκτες
του κόσμου υποσχέσεις
για ενός λεπτού αθανασία.
Η ζωή δεν είναι
παρά ένα άχρηστο φαρμακείο
που πουλάει παρηγοριά
επί πιστώσει. 
 
 
 

Παρασκευή

μαρία πολυδούρη- ο τρελός

el loco picasso

Ἕνας τρελλὸς καθότανε στὴν εἴσοδο
τὴ νύχτα ἀπόψε καὶ μιλοῦσε,
μιλοῦσε βιαστικὰ κι᾿ ὅταν ἀπόσταινε
κάποτε, σκεφτικὰ χαμογελοῦσε.
Μιλοῦσε γιὰ τὴ γνώση, τὴν ὀνόμαζε
τὴν πρώτη ἀδυναμία τῶν ἀνθρώπων.
«Μὰ θὰ μιλήσω ἀπόψε κι᾿ ἂς μὲ δέσουνε,
ξέρω τὰ μυστικὰ τῶν ἅγιων τόπων!
»Ξέρω ὅλο μυστικὰ καὶ γύρω μου ἄφοβα
θὰ τὰ βροντοφωνήσω πάλι.
Α, ἤμουν τρελλὸς τόσον καιρὸ ποὺ σώπαινα
κι᾿ αὐτὰ μοὔχουν βαρύνει τὸ κεφάλι.
»Φίλε μου νἆσαι ἁπλῶς πολυλογάς
χωρὶς οὐσία, θἆσαι βάρος.
Φρόντιζε νἆσαι ὁ πιὸ ἐπικίνδυνος
καὶ μόνος σου νὰ παίρνῃς θάρρος.
»Νἄχῃς καρδιὰ κι᾿ ὅλο νὰ εὐφραίνεται
μ᾿ αἴσθημα καὶ φιλοτιμία,
εἶνε... νὰ καρτερᾶς τὸ θάνατο
καὶ νἄρθη μία λιποθυμία!!!
»Εἶδες ὁ φουκαρὰς ὁ τζίτζικας
ψόφησε ἐχτὲς ἀπὸ εἰλικρίνεια.
Τὰ λέγε ἀληθινὰ κ᾿ ἐπίμονα
καὶ μεῖς τὰ παίρναμε γιὰ γκρίνια.
»Στὸ τέλος ἔσκασε ἀπὸ εὐγένεια
κ᾿ ἐπίσημα κυλίστηκε στὸ χῶμα...
Α φαῦλοι, δὲ θὰ μοῦ τὸ κλείσετε
ποτὲ τ᾿ ἀχρεῖο μου τὸ στόμα!»
Καὶ τἄλεγε τόσο ἤρεμα
τόσο γλυκὰ ἡ ματιά του ἐφωτοβόλει,
γελοῦσε ξαφνικὰ κ᾿ ἔτσι χαρούμενα
σὰ νἄταν ἡ καρδιά του περιβόλι!




εδώ

εικόνα

Πέμπτη

...τον κόσμο πού γέρασε...


 





Γηράσαντα Κύριε, κόσμον πολλοῖς ἁμαρτήμασι, καινίσας τῷ Πάθει σου, καὶ τῇ Ἐγέρσει σου, ἀνελήλυθας, ὀχούμενος νεφέλῃ, πρὸς τὰ ἐπουράνια, δόξα τῇ δόξῃ σου

Τον κόσμο πού γέρασε, Κύριε, απ'τα πολλά αμαρτήματα, αφού ανακαίνισες με το Πάθος Σου και την Έγερση , ανέβηκες, με όχημα την νεφέλη πάνω απ'τους ουρανούς. δόξα στην Δόξα Σου

Τετάρτη

Άσμα Ασμάτων Ζ΄












1 ΕΠΙΣΤΡΕΦΕ, ἐπίστρεφε, ἡ Σουλαμῖτις· ἐπίστρεφε, ἐπίστρεφε, καὶ ὀψόμεθα ἐν σοί, τί ὄψεσθε ἐν τῇ Σουλαμίτιδι; ἡ ἐρχομένη ὡς χοροὶ τῶν παρεμβολῶν. 2 ὡραιώθησαν διαβήματά σου ἐν ὑποδήμασί σου, θύγατερ Ναδάβ· ρυθμοὶ μηρῶν ὅμοιοι ὁρμίσκοις, ἔργον τεχνίτου· 3 ὀμφαλός σου κρατὴρ τορευτὸς μὴ ὑστερούμενος κράμα· κοιλία σου θημωνία σίτου πεφραγμένη ἐν κρίνοις· 4 δύο μαστοί σου, ὡς δύο νεβροὶ δίδυμοι δορκάδος· 5 ὁ τράχηλός σου ὡς πύργος ἐλεφάντινος· οἱ ὀφθαλμοί σου ὡς λίμναι ἐν Ἐσεβών, ἐν πύλαις θυγατρὸς πολλῶν· μυκτήρ σου ὡς πύργος τοῦ Λιβάνου σκοπεύων πρόσωπον Δαμασκοῦ· 6 κεφαλή σου ἐπὶ σὲ ὡς Κάρμηλος, καὶ πλόκιον κεφαλῆς σου ὡς πορφύρα, βασιλεὺς δεδεμένος ἐν παραδρομαῖς. 7 τί ὡραιώθης καὶ τὶ ἡδύνθης ἀγάπη, ἐν τρυφαῖς σου; 8 τοῦτο μέγεθός σου, ὡμοιώθης τῷ φοίνικι καὶ οἱ μαστοί σου τοῖς βότρυσιν. 9 εἶπα· ἀναβήσομαι ἐπὶ τῷ φοίνικι, κρατήσω τῶν ὕψεων αὐτοῦ, καὶ ἔσονται δὴ μαστοί σου ὡς βότρυες τῆς ἀμπέλου καὶ ὀσμὴ ρινός σου ὡς μῆλα 10 καὶ ὁ λάρυγξ σου ὡς οἶνος ὁ ἀγαθός, πορευόμενος τῷ ἀδελφιδῷ μου εἰς εὐθύτητα, ἱκανούμενος χείλεσί μου καὶ ὀδοῦσιν.
11 Ἐγὼ τῷ ἀδελφιδῷ μου, καὶ ἐπ᾿ ἐμὲ ἡ ἐπιστροφὴ αὐτοῦ. 12 ἐλθέ, ἀδελφιδέ μου, ἐξέλθωμεν εἰς ἀγρόν, αὐλισθῶμεν ἐν κώμαις· 13 ὀρθρίσωμεν εἰς ἀμπελῶνας, ἴδωμεν εἰ ἤνθησεν ἡ ἄμπελος, ἤνθησεν ὁ κυπρισμός, ἤνθησαν αἱ ροαί· ἐκεῖ δώσω τοὺς μαστούς μου σοί. 14 οἱ μανδραγόραι ἔδωκαν ὀσμήν, καὶ ἐπὶ θύραις ἡμῶν πάντα ἀκρόδρυα, νέα πρὸς παλαιά, ἀδελφιδέ μου, ἐτήρησά σοι.




πηγη εικονας

Τρίτη

τάκης παπατσώνης εις ήχον Αναστάσιμον





Πληροῦται ἡ ἀσματογράφος φωνή,

τώρα, ποὺ οἱ πρόσκαιροι ἴσκιοι ἀναλυθῆκαν
στὸ ἀπρόσιτο τὸ φῶς τῆς μιᾶς Αὐγῆς.

Μὴ δὰ οἱ νεκροὶ θὰ Σὲ παινεῦαν;
ζωντανοὶ τώρα ἐμεῖς θὰ Σὲ παινέψουμε.
Μὴ δὰ οἱ ψυχροί, ποὺ εἶχε στερέψει τὸ αἷμα τους;
Σὲ μᾶς λαχαίνει νὰ γευτοῦμε
τὴν εὐδοκία τοῦ Παντοκράτορα, εὐχὴ τῶν γηγενῶν.
Σὲ μᾶς λαχαίνει νὰ τονίζουμε
μὲ γεγονυῖα φωνὴ κι' ἀσματικὰ τὸ
«θάνατος φροῦδος ὤφθη», καὶ ποιὸς θὰ τόλεγε,
λίγες ὧρες πρωτύτερα, τότε ποὺ σχίζετο
τὸ Καταπέτασμα καὶ τὰ Ξαφτέρυγα συνοφρυοῦντο.
Ὄχι, δὲ φεύγουμε κι' ἐμεῖς, ἕνας ἕνας,
δὲ θὰ μαυρίσει ὁ κόσμος τοῦτος ὁλοτελῶς,
δὲ θ' ἀποτραβηχθοῦμε στοὺς Κυπαρισσῶνες.

Κρατώντας τὸ καλάμι του μὲ τὸ χουνὶ
καὶ τὸ σφουγγάρι, ἀπόκοσμη εἰκόνα
ἄγνωμου Λογχιστῆ τοῦ Γολγοθᾶ,
σβήνει ὁ Ἐκκλησιάρης ἕνα ἕνα,
ὕστερ' ἀπ' τὴν Ἀπόλυση τὰ κεριὰ τοῦ Βωμοῦ.
Ἐκεῖ ποὺ ἔλαμπες, Θεέ μου, καὶ χοροστάτεις,
σκοτάδια γίνονται. Κρυφὴ γωνιὰ
φωτίζει τώρα μονάχα τὴν πηγὴ τοῦ Ἐλέους
ἕνα καντῆλι, ἔσχατο χνάρι λατρείας,
κι' ὅ,τι κρατάει ἀπὸ τὸ εὐῶδες θυμίαμα.
Σφαλνᾶνε κι' οἱ πυλῶνες, μονάζει τὸ καμπαναριό.

Ὄχι ἔτσι ἐμεῖς: τοὺς νιοσκαμμένους τάφους
θὰ τοὺς ἀνοίγουν οἱ νεκροὶ γιὰ τοὺς νεκρούς τους,
ἄφετε τούτους θάπτειν, ὄχι ἐμεῖς,
«τὴν τῶν Ἑλλήνων νεκρὰν φωνὴν καταθάπτει
»ὅλος ὁ Δῆμος τῶν Ἀποστόλων, καθὼς θεολογεῖ».
Ἂς καταθάπτει, ἀλλὰ ὄχι ἐμεῖς.
Εἶπαν καὶ τοῦτο τὸ στενόκαρδο,
σὲ ὥρα ὑψηγορίας: «Ὁ Πέτρος ρητορεύει,
»ὁ Πλάτων κατεσίγησε• διδάσκει Παῦλος,
»Πυθαγόρας ἔδυσεν»• Ἀλλὰ ὄχι ἐμεῖς
δὲν θὰ τὸ ποῦμε. Καὶ Πέτρο κηρύσσουμε,
καὶ Πυθαγόρα μὲ τὰ τρίγωνα. Καὶ τὸν Ταρσέα Παῦλο
καὶ Πλάτωνα ὑψιπέτη κι' ὅλοὺς τοὺς ὁμίλους
ἄχρονους καὶ πνευματικούς, κι' ὅλους τοὺς εἰς Χριστόν,
Ἑβραίων κι' Ἑλλήνων σκάνδαλο καὶ μωρία,
Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τοῦτον Ἐσταυρωμένον,
Ἰησοῦν Χριστὸν μὲ λάβαρο καὶ ποὺ ἀληθῶς
ἀνέστη, ἡ ὀρθὴ καὶ ζῶσα καταλαλιὰ
γιὰ ὑπναλέους ψεύτικους μάρτυρες
ποὺ σκυθρωπάζουν, φρουροὺς
περιδεεΐς καὶ δωρολῆπτες.
 
Ἀπὸ τὴ Συλλογὴ «ΕΚΛΟΓΗ Α’, URSA MINOR, ΕΚΛΟΓΗ B’».
Ἔκδ. ΙΚΑΡΟΣ Ἀθήνα 1988.

εδώ

Σάββατο

κ. καβάφης - τα παράθυρα

παλέρμο


Σ' αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ
μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ
για νάβρω τα παράθυρα. - Οταν ανοίξει
ένα παράθυρο θάναι παρηγορία. -
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ
να τάβρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιός ξέρει τι καινούργια πράγματα θα δείξει.







πηγη εικόνας

Πέμπτη

τ.λειβαδίτης- αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος




Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
για το δίκαιο.
Θα βγείς στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
ματώσουν απ΄τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις
πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν΄αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ΄απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου
Θ΄απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν΄ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς έν΄ άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ΄το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ΄αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και
για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή
και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ΄ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
θα συνεχίσεις τον δρόμο σου πάνω στη γη .
Κι΄ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο
απ΄τ΄άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν΄ ασπρίζουν
τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
Αφού όλο και νέοι αγώνες θ΄ αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό
γράμμα στη μάνα σου
Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ΄αρχικά του ονόματος σου και μια λέξη :
Ειρήνη
σα ναγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ΄ολάκαιρο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ΄την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν΄ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που
τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Δευτέρα

γιάννης σκαρίμπας- χαλκίδα





Νάν' σπασμένοι οι δρόμοι, νά φυσάει ο νότος
κι εγώ καταμονάχος καί νά λέω: τί πόλη!
νά μήν ξέρω άν είμαι –μέσα στήν ασβόλη–
ένας λυπημένος πιερότος! 

Φύσαε –είπα– ο νότος κι έλεγα: Η Χαλκίδα,
ώ Χαλκίδα –πόλη (έλεγα) καί φέτος
ήμουν –στ' όνειρό μου είδα– Περικλέτος,
πάλι Περικλέτος ήμουν –είδα…

Έτσι έλεγα! Ήσαν μάταιοι μου οι κόποι
πάν' σέ ξύλο κούφιο, πρόστυχο, ανάρια,
Ως θερία, ως δέντρα –αναγλυμένοι– ως ψάρια
τά όνειρά μου (μούμιες) κι οι ανθρώποι.

Τώρα; Πόλη, τρέμω τά γητέματά σου
κι είμαι ακόμα ωραίος σάν τό Μάη μήνα,
κρίμα, λέω, θλιμμένη νάσαι κολομπίνα
καί νά κλαίω εγώ στά γόνατά σου.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Έτσι νάν' σπασμένοι, νά φυσά απ' τό νότο
καί μέ πίλο κλόουν νά γελάς, Χαλκίδα:
Άχ, νεκρόν στό χώμα –νά φωνάζεις– είδα
έναν μου ακόμη πιερότο! . . 


από τη συλλογή ΟΥΛΑΛΟΥΜ


πηγή εικόνας

Κυριακή

κ. ουράνης- ένα καράβι φεύγει...














Ένα μεγάλο τετρακάταρτο καράβι
αφήνει αγάλια το λιμάνι -προς το βράδυ.
Η νηνεμία των νερών, καθώς τη σχίζει,
μ' αντιφεγγίσματα λευκών πανιών γεμίζει.

Είν' ένα ξενικό καράβι, στα πλευρά του
με κόπο συλλαβίζει ο κόσμος τ' όνομά του.
Από ποια μακρινά έχει έρθει μέρη
και το που πάει, κανένας δε το ξέρει.

Ούτ' έν' άσπρο μαντίλι δε το χαιρετά,
τώρα που απ' τ' ακρολίμανο σιγά περνά.
Μόν' οι γυναίκες το κοιτάν απ' τα μπαλκόνια,
σα ν' απολησμονήθηκαν εκεί από τα χρόνια.

Και τώρα που στο πέλαγο αρμενίζει
κι ο δειλινός ο ήλιος το φωτίζει,
-λάμπουν από χρυσάφι τα κατάρτια,
πορφύρες κυματίζουνε στα ξάρτια-,

οι άνθρωποι που κοιτάν στη παραλία
νιώθουν πιο άδεια, πιο στενή τη πολιτεία
και πιο γυμνή ο καθένας τη ζωή του.
Σα κάτι να τους έφυγε μαζί του...

Σάββατο

αγ. γρηγόριος θεολόγος- δέησις εν τη νόσω


Νοσώ, νοσώ μεν, καί πονούμαι σώματι,
Καί μου γελώσι την πάθην ίσως τινές,

Τραχηλιώντες, των σφαγή τηρουμένων.

Αρμοί λέλυνται, καί ποδών σαθρά βάσις,

Εΐτ' εγκράτειας έργον, εϊθ' άμαρτάδων,

Εϊτ' ούν πάλη τις (ου γαρ οίδα), πλην χάρις

Έμώ κυβερνήτη γε. Τούτο μοι τυχόν. "Αμεινόν εστίν αλλ' έπίσχες την νόσον,

Έπίσχες ειπών σος λόγος σωτηρία. Ει δ' ου,δίδου γε,ως τα πάντα καρτερεϊν,

Σήτες τα σητών.Συγκράτει την εικόνα. Εκείθεν έξεις και τον δούλον άρτιον.



"Αρρωστος, άρρωστος, βαρύ το σώμα μου το νιώθω.

Ίσως με εμπαίζουν για το πάθημα κάτι αλαζόνες.

Καραδοκούν να δουν ως καί θανάσιμα συμπτώματα.

Τα γόνατα μου λύθηκαν, δε με κρατούν τα πόδια.

Μπορεί καί κάποια πάλη με τον πονηρό. Ευγνωμοσύνη ωστόσο

στον κυβερνήτη μου. Καλύτερα το πράγμα έτσι πού ήρθε.

"Ομως συγκράτησε μου την αρρώστια. Μια λέξη καί την συγκρατείς. Σωτήριος είναι ό λόγος σου.

*Αν όχι, δώσ' υπομονή ν' αντέξω σ' όλα.

Ό σκόρος τη δουλειά του. Φύλαξε την Εικόνα άπ' τη φθορά.

Άκέριον έτσι θα 'χεις καί το δούλο σου.



 (Ρ.G, τόμ. 37,1418) 


Τρίτη

Άσμα Ασμάτων ΣΤ΄




1 ΠΟΥ ἀπῆλθεν ὁ ἀδελφιδός σου, ἡ καλὴ ἐν γυναιξί; ποῦ ἀπέβλεψεν ὁ ἀδελφιδός σου; καὶ ζητήσομεν αὐτὸν μετὰ σοῦ.
2 Ἀδελφιδός μου κατέβη εἰς κῆπον αὐτοῦ εἰς φιάλας τοῦ ἀρώματος ποιμαίνειν ἐν κήποις καὶ συλλέγειν κρίνα. 3 ἐγὼ τῷ ἀδελφιδῷ μου, καὶ ἀδελφιδός μου ἐμοί, ὁ ποιμαίνων ἐν τοῖς κρίνοις.
4 Καλὴ εἶ, ἡ πλησίον μου, ὡς εὐδοκία, ὡραία ὡς Ἱερουσαλήμ, θάμβος ὡς τεταγμέναι. 5 ἀπόστρεψον ὀφθαλμούς σου ἀπεναντίον μου, ὅτι αὐτοὶ ἀνεπτέρωσάν με. τρίχωμά σου ὡς ἀγέλαι τῶν αἰγῶν, αἳ ἀνεφάνησαν ἀπὸ τοῦ Γαλαάδ. 6 ὀδόντες σου ὡς ἀγέλαι τῶν κεκαρμένων, αἳ ἀνέβησαν ἀπὸ τοῦ λουτροῦ, αἱ πᾶσαι διδυμεύουσαι, καὶ ἀτεκνοῦσα οὐκ ἔστιν ἐν αὐταῖς. 7 ὡς σπαρτίον τὸ κόκκινον χείλη σου καὶ ἡ λαλιά σου ὡραία, ὡς λέπυρον τῆς ροᾶς μῆλόν σου ἐκτὸς τῆς σιωπήσεώς σου. 8 ἑξήκοντά εἰσι βασίλισσαι, καὶ ὀγδοήκοντα παλλακαί, καὶ νεάνιδες ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός. 9 μία ἐστὶ περιστερά μου, τελεία μου, μία ἐστὶ τῇ μητρὶ αὐτῆς, ἐκλεκτή ἐστι τῇ τεκούσῃ αὐτήν. εἴδοσαν αὐτὴν θυγατέρες καὶ μακαριοῦσιν αὐτήν, βασίλισσαι καί γε παλλακαὶ καὶ αἰνέσουσιν αὐτήν. 10 τίς αὕτη ἡ ἐκκύπτουσα ὡσεὶ ὄρθρος, καλὴ ὡς σελήνη, ἐκλεκτὴ ὡς ὁ ἥλιος, θάμβος ὡς τεταγμέναι;
11 Εἰς κῆπον καρύας κατέβην ἰδεῖν ἐν γεννήμασι τοῦ χειμάρρου, ἰδεῖν εἰ ἤνθισεν ἡ ἄμπελος, ἐξήνθησαν αἱ ροαί· ἐκεῖ δώσω τοὺς μαστούς μου σοί. 12 οὐκ ἔγνω ἡ ψυχή μου· ἔθετό με ἅρματα Ἀμιναδάβ

πηγη εικονας

Δευτέρα

Νεκρώσιμα 2 : ...Τα μάτια στρέφει στους Αγγέλους σε ικεσία άπρακτη, τα χέρια απλώνει πρός τους ανθρώπους και δεν βρίσκει βοήθεια...


Οἴμοι, οἷον ἀγῶνα ἔχει ἡ ψυχή, χωριζομένη ἐκ τοῦ σώματος! 
Οἴμοι, πόσα δακρύει τότε, καὶ οὐχ ὑπάρχει ὁ ἐλεῶν αὐτήν! 

Πρὸς τούς Ἀγγέλους τὰ ὄμματα ῥέπουσα, ἄπρακτα καθικετεύει, 
πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τὰς χεῖρας ἐκτείνουσα, οὐκ ἔχει τὸν βοηθοῦντα. 

Διό, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἐννοήσαντες ἡμῶν τὸ βραχὺ τῆς ζωῆς, 
τῷ μεταστάντι  τὴν ἀνάπαυσιν,
παρὰ Χριστοῦ αἰτησώμεθα,
καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.



Αλλοίμονο , πόσο αγώνα έχει η ψυχή όταν παλεύει να σχιστεί από το σώμα!
Αλλοίμονο... Πόσα δάκρυα  χύνει και δεν υπάρχει να την ελεήσει κανένας!

Τα μάτια στρέφει στους Αγγέλους σε ικεσία άπρακτη,
τα χέρια απλώνει πρός τους ανθρώπους και δεν βρίσκει βοήθεια.

Αδέλφια αγαπημένα μου λοιπόν, ας εννοήσουμε το σύντομο της ζωής μας,
και ας ζητιανέψουμε από τον Χριστό ανάπαυση για ετούτον τον ταξιδιώτη
και την ελεημοσύνη την μεγάλη για τις ψυχές μας.



 ιδιόμελον σε ήχο β΄, παρατιθέμενο στην νεκρώσιμη ακολουθία και εκτός τυπικού



Σάββατο

o ρωμηός-γ.σουρής


Στὸν καφενὲ ἀπ᾿ ἔξω σὰν μπέης ξαπλωμένος,
τοῦ ἥλιου τὶς ἀκτῖνες ἀχόρταγα ρουφῶ,
καὶ στῶν ἐφημερίδων τὰ νέα βυθισμένος,
κανέναν δὲν κοιτάζω, κανέναν δὲν ψηφῶ.
Σὲ μία καρέκλα τὅνα ποδάρι μου τεντώνω,
τὸ ἄλλο σὲ μίαν ἄλλη, κι ὀλίγο παρεκεῖ
ἀφήνω τὸ καπέλο, καὶ ἀρχινῶ μὲ τόνο
τοὺς ὑπουργοὺς νὰ βρίζω καὶ τὴν πολιτική.
Ψυχή μου! τί λιακάδα! τί οὐρανὸς ! τί φύσις !
ἀχνίζει ἐμπροστά μου ὁ καϊμακλῆς καφές,
κι ἐγὼ κατεμπνευσμένος γιὰ ὅλα φέρνω κρίσεις,
καὶ μόνος μου τὶς βρίσκω μεγάλες καὶ σοφές.
Βρίζω Ἐγγλέζους, Ρώσους, καὶ ὅποιους ἄλλους θέλω,
καὶ στρίβω τὸ μουστάκι μ᾿ ἀγέρωχο πολύ,
καὶ μέσα στὸ θυμό μου κατὰ διαόλου στέλλω
τὸν ἴδιον ἑαυτό μου, καὶ γίνομαι σκυλί.
Φέρνω τὸν νοῦν στὸν Διάκο καὶ εἰς τὸν Καραΐσκο,
κατενθουσιασμένος τὰ γένια μου μαδῶ,
τὸν Ἕλληνα εἰς ὅλα ἀνώτερο τὸν βρίσκω,
κι ἀπάνω στὴν καρέκλα χαρούμενος πηδῶ.
Τὴν φίλη μας Εὐρώπη μὲ πέντε φασκελώνω,
ἀπάνω στὸ τραπέζι τὸν γρόθο μου κτυπῶ...
Ἐχύθη ὁ καφές μου, τὰ ροῦχα μου λερώνω,
κι ὅσες βλαστήμιες ξέρω ἀρχίζω νὰ τὶς πῶ.
Στὸν καφετζῆ ξεσπάω... φωτιὰ κι ἐκεῖνος παίρνει.
Ἀμέσως ἄνω κάτω τοῦ κάνω τὸν μπουφέ,
τὸν βρίζω καὶ μὲ βρίζει, τὸν δέρνω καὶ μὲ δέρνει,
καὶ τέλος... δὲν πληρώνω δεκάρα τὸν καφέ.


πηγη εικόνας

Πέμπτη

γιάννης ρίτσος - η ἀράχνη



Κάποτε, μιὰ τυχαία κι ἐντελῶς ἀσήμαντη λέξη
προσδίδει μιὰ ἀπροσδόκητη σημασία στὸ ποίημα,
ὅπως π.χ. στὸ ἐγκαταλειμμένο ὑπόγειο, ὅπου
κανεὶς δὲν κατεβαίνει ἀπὸ καιρό, τὸ μεγάλο, ἄδειο κιοῦπι.
στὸ σκοτεινό του χεῖλος περπατάει χωρὶς νόημα μιὰ ἀράχνη,
(χωρὶς νόημα γιὰ σένα, μὰ ἴσως ὄχι γιὰ κείνην).



 στὸν τόμο: Ποιήματα 1958-1967, τόμ. Θ´,
ἔκδ. Κέδρος, Ἀθήνα, 1989, σ. 216.

Τετάρτη

Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ. - κωνσταντίνος καβάφης


Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ' ευχήν στην Αποικία
δεν μέν' η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ' όλο που οπωσούν τραβούμ' εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ' η δυσκολία

είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς). Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ' εξετάζουν,
κ' ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.

Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν' επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τι να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.


Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,

βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,

κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.-

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.

Να μη βιαζόμεθα· είν' επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Αποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ' εμπρός.



ποιήματα 1919-1933

Τρίτη

[....Πάρθηκεν από Μάγους , το σώμα του Μαγιού,το 'χουνε θάψει σ' ένα μνήμα του πέλαγου ...]- οδ.ελύτης




ΕΝΑ το χελιδόνι * κι η Άνοιξη ακριβή

Για να γυρίσει ο ήλιος * θέλει δουλειά πολλή

Θέλει νεκροί χιλιάδες * να 'ναι στους Τροχούς

Θέλει κι οι ζωντανοί * να δίνουν το αίμα τους

Θέ μου Πρωτομάστορα * μ' έχτισες μέσα στα βουνά

Θέ μου Πρωτομάστορα * μ' έκλεισες μες στη θάλασσα!

Πάρθηκεν από Μάγους * το σώμα του Μαγιού

Το 'χουνε θάψει σ' ένα * μνήμα του πέλαγου

Σ' ένα βαθύ πηγάδι * το 'χουνε κλειστό

Μύρισε το σκοτάδι * κι όλη η Άβυσσο

Θέ μου Πρωτομάστορα * μέσα στις πασχαλιές Και Συ

Θέ μου Πρωτομάστορα * μύρισες την Ανάσταση!

Σάλεψε σαν το σπέρμα * σε μήτρα σκοτεινή

Το φοβερό της μνήμης * έντομο μες στη γη

Κι όπως δαγκώνει αράχνη * δάγκωσε το φως

Έλαμψαν οι γιαλοί * κι όλο το πέλαγος.

Θέ μου Πρωτομάστορα * μ' έζωσες τις ακρογιαλιές

Θέ μου Πρωτομάστορα * στα βουνά με θεμέλιωσες!


από το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ (Τα Πάθη δ΄)