πένθος χαρωπόν= η βαθιά συναίσθηση και το υπέροχο βίωμα της μακαρίας χαρμολύπης , πού υπάρχει και εγκρύπτεται στην ορθόδοξη πνευματικότητα. Αφορμή ένας στίχος του Ν. Καρούζου, από το ποίημα "απολέλυσαι της ασθενείας σου". Όλοι οι ποιητές , είτε το γνωρίζουν , είτε το αρνούνται,είτε το αγνοούν είναι λίγο πολύ χαρμολυπικοί.Η μακαρία χαρμολύπη όμως εντοπίζεται απόλυτα μόνο στους βιωματικούς μυστικούς της ορθόδοξης πνευματικότητας.

Δευτέρα

ΑΣΜΑ ΑΣΜΑΤΩΝ Ε΄






1 ΕΙΣΗΛΘΟΝ εἰς κῆπόν μου, ἀδελφή μου νύμφη, ἐτρύγησα σμύρναν μου μετὰ ἀρωμάτων μου, ἔφαγον ἄρτον μου μετὰ μέλιτός μου, ἔπιον οἶνόν μου μετὰ γάλακτός μου· φάγετε, πλησίοι, καὶ πίετε καὶ μεθύσθητε, ἀδελφοί.
2 Ἐγὼ καθεύδω καὶ ἡ καρδία μου ἀγρυπνεῖ. φωνὴ ἀδελφιδοῦ μου κρούει ἐπὶ τὴν θύραν.
Ἄνοιξόν μοι, ἀδελφή μου, ἡ πλησίον μου, περιστερά μου, τελεία μου, ὅτι ἡ κεφαλή μου ἐπλήσθη δρόσου καὶ οἱ βόστρυχοί μου ψεκάδων νυκτός. 3 Ἐξεδυσάμην τὸν χιτῶνά μου, πῶς ἐνδύσομαι αὐτόν; ἐνιψάμην τοὺς πόδας μου, πῶς μολυνῶ αὐτούς; 4 ἀδελφιδός μου ἀπέστειλε χεῖρα αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ὀπῆς, καὶ ἡ κοιλία μου ἐθροήθη ἐπ᾿ αὐτόν. 5 ἀνέστην ἐγὼ ἀνοῖξαι τῷ ἀδελφιδῷ μου, χεῖρές μου ἔσταξαν σμύρναν, δάκτυλοί μου σμύρναν πλήρη ἐπὶ χεῖρας τοῦ κλείθρου. 6 ἤνοιξα ἐγὼ τῷ ἀδελφιδῷ μου· ἀδελφιδός μου παρῆλθε. ψυχή μου ἐξῆλθεν ἐν λόγῳ αὐτοῦ. ἐζήτησα αὐτὸν καὶ οὐχ εὗρον αὐτόν, ἐκάλεσα αὐτὸν καὶ οὐχ ὑπήκουσέ μου. 7 εὕροσάν με οἱ φύλακες οἱ κυκλοῦντες ἐν τῇ πόλει, ἐπάταξάν με, ἐτραυμάτισάν με· ἦραν τὸ θέριστρόν μου ἀπ᾿ ἐμοῦ φύλακες τῶν τειχέων. 8 ὥρκισα ὑμᾶς, θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, ἐν ταῖς δυνάμεσι καὶ ἐν ταῖς ἰσχύσεσι τοῦ ἀγροῦ· ἐὰν εὕρητε τὸν ἀδελφιδόν μου, τί ἀπαγγείλητε αὐτῷ; ὅτι τετρωμένη ἀγάπης ἐγώ εἰμι. 9 Τί ἀδελφιδός σου ἀπὸ ἀδελφιδοῦ, ἡ καλὴ ἐν γυναιξί; τί ἀδελφιδός σου ἀπὸ ἀδελφιδοῦ, ὅτι οὕτως ὥρκισας ἡμᾶς;
10 Ἀδελφιδός μου, λευκὸς καὶ πυρρός, ἐκλελοχισμένος ἀπὸ μυριάδων· 11 κεφαλὴ αὐτοῦ χρυσίον καιφάζ, βόστρυχοι αὐτοῦ ἐλάται, μέλανες ὡς κόραξ· 12 ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ ὡς περιστεραὶ ἐπὶ πληρώματα ὑδάτων λελουσμέναι ἐν γάλακτι, καθήμεναι ἐπὶ πληρώματα· 13 σιαγόνες αὐτοῦ ὡς φιάλαι τοῦ ἀρώματος φύουσαι μυρεψικά· χείλη αὐτοῦ κρίνα στάζοντα σμύρναν πλήρη· 14 χεῖρες αὐτοῦ τορευταὶ χρυσαῖ πεπληρωμέναι Θαρσίς· κοιλία αὐτοῦ πυξίον ἐλεφάντινον ἐπὶ λίθου σαπφείρου· 15 κνῆμαι αὐτοῦ στῦλοι μαρμάρινοι τεθεμελιωμένοι ἐπὶ βάσεις χρυσᾶς· εἶδος αὐτοῦ ὡς Λίβανος, ἐκλεκτὸς ὡς κέδροι· 16 φάρυγξ αὐτοῦ γλυκασμοὶ καὶ ὅλος ἐπιθυμία· οὗτος ἀδελφιδός μου καὶ οὗτος πλησίον μου, θυγατέρες Ἱερουσαλήμ.


Κυριακή

σονέτο μάλλον απαισιόδοξο - νίκος εγγονόπουλος




Το γυμνασμένο μάτι του τραμπούκου
να διέκρινε άραγε των ροδόδενδρων την αρμονία;
Όχι-όχι-μιαν απέραντη ηθικολογία
δεν θα βοηθήση να κάνουμε καλλίτερο τον κόσμο
Νά ελπίζης-να ελπίζης πάντα-πώς ανάμεσα εις τους
ανθρώπους.
-που τους ρημάζει η τρομερή «ευκολία»-
θα συναντήσης απαλές ψυχές με τρόπους
που τους διέπει καλωσύνη-πόθος ευγένειας-ηρεμία.
Ίσως όχι πολλές-ίσως νασ’ άτυχος : καμμία-
τότες εσύ προσπάθησε να γενής καλλίτερος
είς τρόπον ώστε να έρθη κάποια σχετική ισορροπία
Άσε τους γύρωθέ σου να βουρλίζωνται πως κάνουν κάτι
συ σκέψου-τώρα πια-με τι γλυκειά γαλήνη
προσμένεις ναρθ’ η ώρα να ξαπλώσης στο παρήγορο του
θάνατου κρεββάτι.

Σάββατο

το μαρτύριο, μίλτος σαχτούρης









Μοσχοβολούσε το φεγγάρι
σκύλοι μ' άσπρα λουλούδια στο κεφάλι
περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί
κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο
και μέσα φαίνονταν
τα σφυριά και τα μαχαίρια
Μέσα στα χέρια μου έσπασα το κρύσταλλο
Και τότε είδα το κόκκινο το σύννεφο
να μεγαλώνει ν' ανάβει την καρδιά μου
και τ' άλλο το γκρίζο σαν καπνός
ν' αδειάζει από μέσα μου να φεύγει


Τετάρτη

από την υμνολογία του Θωμά

 

 
Ἐγκαίνισον ψυχὴ πάσας σου τὰς αἰσθήσεις, πρὸς θείαν θεωρίαν· Χριστὸς γὰρ οὕτω θέλει, τελεῖσθαι τὰ ἐγκαίνια.

Ὅρα μοι νοητῶς τὴν ἀλλαγὴν τοῦ κόσμου, καὶ κόσμησον τὰ ἔνδον, ταῖς ἀρεταῖς ὡς φύλλοις ψυχή, καὶ ὡραΐσθητι.

Σήμερον ἔαρ μυρίζει, καὶ καινὴ κτίσις χορεύει, σήμερον αἴρονται κλεῖθρα, θυρῶν καὶ τῆς ἀπιστίας, Θωμᾶ τοῦ φίλου βοῶντος· ὁ Κύριος καὶ Θεός μου


Νίκος Καροῦζος - Ὁ ἀκέραιος κὺρ Ἀλέξανδρος




Θαμνώδη ρήματα καὶ φύλλα καταπράσινα τῆς γλώσσας.
Μεγάλος ἄνθρωπος κι ἀνέσπερος ποὺ κράτησε
τὸν πόνο στὸ σωστό του τὸ ὕψος
ἀγνοώντας καὶ δημοτικισμοὺς καὶ μαρξισμοὺς καὶ μόδες
ἀγνοώντας τὰ ἑκάστοτε μορμολύκεια
τὴν ἀσίγαστη γενικότητα τῶν πιθήκων
ἀγνοώντας τὸν αἰώνα τῆς καλπάζουσας ἐξυπνάδας
ὁ ἀνοξείδωτος.
Ἤδη τὰ θύματα τῆς προόδου ποὺ πρόωρα σκουριάζει
πᾶνε στὴν πατρίδα του τὴ Σκιάθο
κι ἀγοράζουν ἐλπίζοντας οἰκόπεδα
πᾶνε γιὰ λίγο ἀεράκι, γιὰ λίγη θάλασσα καὶ φρέσκο φεγγάρι.
Μὰ εἶν᾿ ἀδύνατο νὰ κοροϊδέψουμε τὴ ρημαγμένη φύση
μὲ ξυπόλητα Σαββατοκύριακα καὶ μὲ τροχόσπιτα.
Ὁ ἀκέραιος κὺρ Ἀλέξανδρος
ἐκεῖνος ὁ περιούσιος Παπαδιαμάντης
καὶ τὸ κεράκι μας ἀκόμη δὲν τὸ θέλει.

(1972)
   




εδώ
πηγη εικονας

Τρίτη

γιώργος σεφέρης-παντούμ


ν.λύτρας,θαλασσογραφία,1925,εθν.πινακοθήκη


Τ' αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους
στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
ψυχή μου λυτρώσου απ' τον κρίκο του σκότους
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ' ευλάβεια.

Στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
πικρή φλογισμένη που δέεσαι μ' ευλάβεια
ψυχή μου γνωρίζεις ποιος νόμος σε δένει.

Η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ψυχή μου γνωρίζεις ποιος νόμος σε δένει
και τί θα σου μείνει και τί θα σ' αφήσει.

Στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ακούγονται μόνο του χρόνου τα σείστρα
και τι θα σου μείνει και τι θα σ' αφήσει
αν τύχει κι ανάψει η βουβή πολεμίστρα.

Ακούγονται μόνο του χρόνου τα σείστρα
μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα
ούτε όνειρο θά' βρεις να δώσεις ένα δάκρυ.

Μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
ούτε όνειρο θά 'βρεις να δώσει ένα δάκρυ
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σαν φίδι.

Ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
σαν τι να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι
δεν είναι ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη.

Σαν τι να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
Σ' ανθρώπους κλειστούς που μετρούν τον καημό τους
δεν είναι ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη
τ' αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους.


Γιώργος Σεφέρης
Ποιήματα
(Τετράδιο Γυμνασμάτων)
Ίκαρος 1976

Δευτέρα

οι προσευχές των ναυτικών- ν.καββαδίας


στο Θανάση Καραβία 




Οι Γιαπωνέζοι ναυτικοί, προτού να κοιμηθούν,
βρίσκουν στην πλώρη μια γωνιά που δεν πηγαίνουν άλλοι
κι ώρα πολλή προσεύχονται, βουβοί, γονατιστοί
μπρος σ' ένα Βούδα κίτρινο που σκύβει το κεφάλι. 

Κάτι μακριά ως τα πόδια τους φορώντας νυχτικά,
μασώντας οι ωχροκίτρινοι μικροί κινέζοι ρύζι,
προφέρουνε με την ψιλή φωνή τους προσευχές
κοιτάζοντας μια χάλκινη παγόδα που καπνίζει.

Οι Κούληδες με τη βαριά ωχροκίτρινη μορφή
βαστάν σκυφτοί τα γόνατα κοιτώντας πάντα κάτου,
κι οι Αράπηδες σιγοκουνάν το σώμα ρυθμικά,
κατάρες μουρμουρίζοντας ενάντια του θανάτου.

Οι Ευρωπαίοι τα χέρια τους κρατώντας ανοιχτά,
εκστατικά προσεύχονται γεμάτοι από ικεσία,
και ψάλλουνε καθολικές ωδές μουρμουριστά,
που εμάθαν όταν πήγαιναν μικροί στην εκκλησία.

Και οι Ελληνες, με τη μορφή τη βασανιστική,
από συνήθεια κάνουνε, πριν πέσουν , το σταυρό τους
κι αρχίζοντας με σιγανή φωνή ''Πάτερ ημών...''
το μακρουλό σταυρώνουνε λερό προσκέφαλό τους. 

Aπό την συλλογή Μαραμπού(1933)

το ακούτε μελοποιημένο εδώ από τον δίσκο Ξέμπαρκοι-ss ionion
πηγή εικόνας

Κυριακή

κ. παλαμάς, το τραγούδι του σταυρού


Η Σταύρωση ψηφιδωτό Μονής Δαφνίου


Κ ἔγυρ Ἐκεῖνος το άχραντο κεφάλι και ξεψύχησε
στο μαύρο το κορμί μου απάνου•
άστρα γινήκαν τα καρφιά του μαρτυρίου του, άστραψα
Κι από τα χιόνια πιο λευκός τα αιώνια του Λιβάνου.
Οι καταφρονεμένοι μ ἀγκαλιάσανε
και σα βουνά και σα Θαβώρ υψώθηκαν εμπρός μου•
οι δυνατοί του κόσμου με κατάτρεξαν
γονάτισα στον ήσκιό μου τους δυνατούς του κόσμου.
Τον κόσμο αν εμαρμάρωσα, τον κόσμο τον ανάστησα,
στα πόδια μου άγγελοι οι Καιροί, γύρω μου σκλάβες οι Ώρες.
Δείχνω μία μυστική Χαναάν στα γαλανά υπερκόσμια•
μα εδώ πατρίδες πάναγνες είσαστ ἐσεῖς, τρεις Χώρες!
Ω πρώτη εσύ, Ιερουσαλήμ! του βασιλιά προφήτη σου
μικρή ειν ἡ άρπα για να ειπή τη νέα μεγαλωσύνη.
Του Σολομώντα σου ο ναός μ ἀντίκρυσε, και ράγισε•
καινούργια δόξα ντύθηκαν της Ιουδαίας οι κρίνοι.
Κ ὕστερα υψώθηκα σ ἐσένα, ω Πόλη, εφτάλοφο όραμα,
κ ἔγινα φως των ουρανών, το θάμα του Ιορδάνη,
τους Κωνσταντίνους φώτισα και τους Ηράκλειους δόξασα,
και τρικυμίες δεν έσβησαν εμέ, μηδέ Σουλτάνοι.
Και ύστερα, ταξιδευτής, ήρθα σ ἐσένα, ασύγκριτη,
Αθήνα, των ωραίων πηγή, των εθνικών κορώνα,
τον άγνωστο έφερα Θεό, και, απόκοτος, αψήφησα
την πολεμόχαρη Παλλάδα μεσ τὸν Παρθενώνα.
Και γνώρισα τους ιλαρούς θεούς και στεφανώθηκα
την αγριλιά της Αττικής, τη δάφνη απ τὴν Ελλάδα,
και ω λόγος πρωταγροίκητος! του Γολγοθά το σύγνεφο
πήρε την άσπρη ομηρική του Ολύμπου λαμπεράδα.
Τα είδωλα τ ἀφρόντιστα και τα πασίχαρα έφυγαν,
αλλ οὔτε πια μεθάει τη γη το ασκητικό μεθύσι,
ας λάμπη η μυστική χαρά στα γαλανά υπερκόσμια•
ειν ἐδῶ κάπου μια ζωή, και ειν ἄξια για να ζήση.
Με τα κλαδιά της φοινικιάς νέα ωσαννά λαχτάρισα
σ ἐσένα, ω Γη Πανάγια και ω πρώτη μου πατρίδα.
Σ ἐσὲ γυρνώ, Ιερουσαλήμ, κ ἕνα τραγούδι φέρνω σου
Είναι πλασμένο από ψυχή και από φωνή Ελληνίδα!

 (1913)

Παρασκευή

o Κήπος της Γεθσημανή -Borís Leonídovič Pasternàk




 

Παραιτήθηκε χωρίς έχθρα,
σαν να γύριζε δανεισμένα πράγματα,
τα θαύματά Του και τη δύναμή Του.
Και τώρα, ήταν σαν εμάς θνητός.

Βλέπεις την προέλαση των αιώνων,
σαν την πορεία προς Εμμαούς.
Μπορεί ν’ ανάψει τις καρδιές στο δρόμο.
Λόγω της φοβερής μεγαλοσύνης
που υπάρχει στο εθελούσιο μαρτύριο,
κατεβαίνει μέχρι τον τάφο.

"Κατεβαίνω στον τάφο
και στην Τρίτη μέρα «αναστήσομαι»…
Και σαν τις σχεδίες που πλέουν στο ποτάμι,
έτσι σε μένα για την κρίση,
όπως οι μαούνες στη σειρά,
οι αιώνες, από το σκοτάδι,
θα έρχονται παρασυρμένοι…


(1890-1960)


Πέμπτη

έκτωρ κακναβάτος ρήγμα στον κρόταφο



Με τι ακόμα να μετρούσα της γενιάς μου
το εμβαδόν;
Με τι άλλο.
Ο πλανήτης έτριζε από αιμοφιλία
απ’ της γενιάς μου όλα τα έναστρα
τις εννιά στοίβες όνειρα που έδωσα
όλα σπάνιες πέτρες
να φύγει ο κόμπος στο λαιμό.
Ο πλανήτης έτριζε
με τις περήφανες σιωπές μου
τα συνομήλικα μου σχήματα τις φωταψίες
τα μανάλια που
ακόμα φέγγουνε όλα σ’ εκκλησιές κρυφές.
Όμως το ρήγμα στον κρόταφο
απ’ τη ριπή σου πίκρα
εννιά μίλια ρήγμα η διάψευση
στον κρόταφο.


πηγη

Τετάρτη

Ο εφιάλτης της Περσεφόνης ν.γκάτσος


Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα
κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο
τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα
και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο.

Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς.



Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες
ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο
τώρα πετάνε αποτσίγαρα οι τουρίστες
και το καινούργιο πάν να δουν διυλιστήριο.

Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς.



Εκεί που η θάλασσα γινόταν ευλογία
κι ήταν ευχή του κάμπου τα βελάσματα
τώρα καμιόνια κουβαλάν στα ναυπηγεία
άδεια κορμιά σιδερικά παιδιά κι ελάσματα.

Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς.


 
μελοποιήθηκε από Μάνο Χατζηδάκι και συμπεριελήφθη στον δίσκο ΠΑΡΑΛΟΓΑ(1976)
ΤΟ ΑΚΟΎΤΕ ΕΔΩ

Τρίτη

Εσπερινός της αγάπης (Γιάννης Βαρβέρης)




           Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.

Σταθμός Πελοποννήσου
κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
πιο γέρος.
Αλλά
πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα
δεν απόμεινε κανείς.

Ήταν Μεγάλη βέβαια
γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα ‘πρεπε κάπως να ‘χαμε κι εμείς χωρέσει.
Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;

από την ποιητική συλλογή «Ο άνθρωπος μόνος» (εκδ. Κέδρος)


πηγη

Δευτέρα

διονύσιος σολωμός , η ημέρα της λαμπρής


Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
τ' ουρανού σε κανένα από τα μέρη
και από κει κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ' αέρι,
που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
Γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.

Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,

όλοι, μικροί - μεγάλοι, ετοιμαστήτε
μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες
με το φως της χαράς συμαζωχτήτε
ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες
ομπροστά στους Αγίους και φιληθήτε!
Φιληθήτε γλυκά, χείλη με χείλη,
πέστε Χριστός ανέστη, εχθροί και φίλοι!

Δάφνες εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι,

και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μανάδες
γλυκόφωνα, κοιτώντας τες ζωγραφι-
σμένες εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες
λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι
από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες
κάθε πρόσωπο λάμπει απ' τ' αγιοκέρι,
όπου κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι.

Κυριακή

ο κανών του όρθρου της Ανάστασης




Ωδή α' Ήχος α' ειρμός
Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν Λαοί, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα, εκ γάρ θανάτου πρός ζωήν, καί εκ γής πρός ουρανόν, Χριστός ο Θεός, ημάς διεβίβασεν, επινίκιον άδοντας.

Καθαρθώμεν τάς αισθήσεις, καί οψόμεθα, τώ απροσίτω φωτί τής αναστάσεως, Χριστόν εξαστράπτοντα, καί, Χαίρετε, φάσκοντα, τρανώς ακουσόμεθα, επινίκιον άδοντες.

Ουρανοί μέν επαξίως ευφραινέσθωσαν, γή δέ αγαλλιάσθω, εορταζέτω δέ κόσμος, ορατός τε άπας καί αόρατος, Χριστός γάρ εγήγερται, ευφροσύνη αιώνιος.

Ωδή γ' Ο ειρμός
Δεύτε πόμα πίωμεν καινόν, ουκ εκ πέτρας αγόνου τερατουργούμενον, αλλ' αφθαρσίας πηγήν, εκ τάφου ομβρήσαντος Χριστού, εν ώ στερεούμεθα.

Νύν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε καί γή, καί τά καταχθόνια, εορταζέτω γούν πάσα κτίσις, τήν Έγερσιν Χριστού, εν ή εστερέωται.

Χθές συνεθαπτόμην σοι Χριστέ συνεγείρομαι σήμερον αναστάντι σοι, συνεσταυρούμην σοι χθές αυτός με συνδόξασον Σωτήρ, εν τή βασιλεία σου.

Ωδή δ' Ο ειρμός
Επί τής θείας φυλακής ο θεηγόρος Αββακούμ, στήτω μεθ' ημών καί δεικνύτω, φαεσφόρον Άγγελον, διαπρυσίως λέγοντα, Σήμερον σωτηρία τώ κόσμω, ότι ανέστη Χριστός ως παντοδύναμος.

Άρσεν μέν, ως διανοίξαν, τήν παρθενεύουσαν νηδύν, πέφηνε Χριστός, ως βρωτός δέ, αμνός προσηγόρευται, άμωμος δέ, ως άγευστος κηλίδος, τό ημέτερον Πάσχα, καί ως Θεός αληθής, τέλειος λέλεκται.

Ως ενιαύσιος αμνός, ο ευλογούμενος ημίν, στέφανος χρηστός εκουσίως, υπέρ πάντων τέθυται, Πάσχα τό καθαρτήριον, καί αύθις εκ τού τάφου ωραίος, δικαιοσύνης ημίν έλαμψεν ήλιος.

Ο θεοπάτωρ μέν Δαυϊδ, πρό τής σκιώδους κιβωτού ήλατο σκιρτών, ο λαός δέ τού Θεού ο άγιος, τήν τών συμβόλων έκβασιν, ορώντες, ευφρανθώμεν ενθέως, ότι ανέστη Χριστός ως παντοδύναμος.

Ωδή ε' Ο ειρμός
Ορθρίσωμεν όρθρου βαθέος, καί αντί μυρου τόν ύμνον προσοίσομεν τώ Δεσπότη, καί Χριστόν οψόμεθα, δικαιοσύνης ήλιον, πάσι ζωήν ανατέλλοντα.

Τήν άμετρόν σου ευσπλαγχνίαν, οι ταίς τού Άδου σειραίς, συνεχόμενοι δεδορκότες, πρός τό φώς ηπείγοντο Χριστέ, αγαλλομένω ποδί, Πάσχα κροτούντες αιώνιον.

Προσέλθωμεν λαμπαδηφόροι, τώ προϊόντι Χριστώ εκ τού μνήματος, ως νυμφίω, καί συνεορτάσωμεν ταίς φιλεόρτοις τάξεσι, Πάσχα Θεού τό σωτήριον.

Ωδή ς' Ο ειρμός
Κατήλθες εν τοίς κατωτάτοις τής γής, καί συνέτριψας μοχλούς αιωνίους, κατόχους πεπεδημένων Χριστέ, καί τριήμερος ως εκ κήτους Ιωνάς, εξανέστης τού τάφου.

Φυλάξας τά σήμαντρα σώα Χριστέ, εξηγέρθης τού τάφου, ο τάς κλείς τής Παρθένου μή λυμηνάμενος εν τώ τόκω σου, καί ανέωξας ημίν, Παραδείσου τάς πύλας.

Σώτέρ μου τό ζών τε καί άθυτον, ιερείον, ως Θεός, σεαυτόν εκουσίως, προσαγαγών τώ Πατρί, συνανέστησας, παγγενή τόν Αδάμ, αναστάς εκ τού τάφου.

Ωδή ζ' Ο ειρμός
Ο Παίδας εκ καμίνου ρυσάμενος, γενόμενος άνθρωπος, πάσχει ως θνητός, καί διά Πάθους τό θνητόν, αφθαρσίας ενδύει ευπρέπειαν, ο μόνος ευλογητός τών Πατέρων, Θεός καί υπερένδοξος.

Γυναίκες μετά μύρων θεόφρονες, οπίσω σου έδραμον, όν δέ ως θνητόν, μετά δακρύων εζήτουν, προσεκύνησαν χαίρουσαι ζώντα Θεόν, καί Πάσχα τό μυστικόν σοίς Χριστέ Μαθηταίς ευηγγελίσαντο.

Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, Άδου τήν καθαίρεσιν, άλλης βιοτής, τής αιωνίου απαρχήν, καί σκιρτώντες υμνούμεν τόν αίτιον, τόν μόνον ευλογητόν τών Πατέρων, Θεόν καί υπερένδοξον.

Ως όντως ιερά καί πανέορτος, αύτη η σωτήριος, νύξ καί φωταυγής, τής λαμπροφόρου ημέρας, τής Εγέρσεως ούσα προάγγελος, εν ή τό άχρονον φώς, εκ τάφου σωματικώς πάσιν επέλαμψεν.

Ωδή η' Ο ειρμός
Αύτη η κλητή καί αγία ημέρα, η μία τών Σαββάτων, η βασιλίς καί κυρία, εορτών εορτή, καί πανήγυρις εστί πανηγύρεων, ενή ευλογούμεν, Χριστόν εις τούς αιώνας.

Δεύτε τού και νού τής αμπέλου γεννήματος τής θείας ευφροσύνης, εν τή ευσήμω ημέρα τής εγέρσεως, βασιλείας τε Χριστού κοινωνήσωμεν, υμνούντες αυτόν, ως Θεόν εις τούς αιώνας.

Άρον κύκλω τούς οφθαλμούς σου Σιών καί ίδε, ιδού γάρ ήκασί σοι, θεοφεγγείς ως φωστήρες, εκ δυσμών καί βορρά, καί θαλάσσης, καί εώ ας τά τέκνα σου εν σοί ευλογούντα, Χριστόν εις τούς αιώνας.

Πάτερ παντοκράτορ, καί Λόγε, καί Πνεύμα, τρισίν ενιζομένη, εν υποστάσεσι φύσις, υπερούσιε καί υπέρθεε εις σέ βεβαπτίσμεθα, καί σέ ευλογούμεν, εις πάντας τούς αιώνας.

Ωδή θ' Ο ειρμός
Φωτίζου, φωτίζου, η νέα Ιερουσαλήμ, η γάρ δόξα Κυρίου επί σέ ανέτειλε, Χόρευε νύν, καί αγάλλου Σιών, σύ δέ αγνή, τέρπου Θεοτόκε, εν τή εγέρσει τού τόκου σου.

Ώ θείας, ώ φίλης, ώ γλυκυτάτης σου φωνής, μεθ' ημών αψευδώς γάρ, επηγγείλω έσεσθαι, μέχρι τερμάτων αιώνος Χριστέ, ήν οι πιστοί, άγκυραν ελπίδος, κατέχοντες αγαλλόμεθα.

Ώ Πάσχα τό μέγα, καί ιερώτατον Χριστέ, ώ σοφία καί Λόγε, τού Θεού καί δύναμις, δίδου ημίν εκτυπώτερον, σού μετασχείν, εν τή Ανεσπέρω ημέρα τής βασιλείας σου. 

άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός

Παρασκευή

...από τα εγκώμια...





Ὁ ὡραῖος κάλλει, παρὰ πάντας βροτούς, ὡς ἀνείδεος νεκρὸς καταφαίνεται, ὁ τὴν φύσιν ὠραΐσας τοῦ παντός. 

Στην ομορφιά ο πιότερο ωραίος, απ'ολους τους ανθρώπους, φαίνεται μπρος σε όλους σαν άμορφος νεκρός, αυτός που τα πάντα με ομορφιά στόλισε.
ᾍδης πῶς ὑποίσει, Σῶτερ παρουσίαν τὴν σήν, καὶ μὴ θᾶττον συνθλασθείη σκοτούμενος, ἀστραπῆς φωτός σου αἴγλη ἐκτυφλωθείς; 

Πώς θα υποφέρει ο Άδης, Σωτήρα μου την παρουσία σου, και δεν θα κατασυντριφτεί στα σκοτάδια, τυφλωμένος από την αίγλη της αστραπής του φωτός Σου;
Ἰησοῦ γλυκύ μοι, καὶ σωτήριον φῶς, τάφῳ πῶς ἐν σκοτεινῷ κατακέκρυψαι; ὢ ἀφάτου, καὶ ἀρρήτου ἀνοχῆς! 

Γλυκέ μου Ιησού, σωτήρα εσύ και φώς μου, πώς  κατακρυφτήκες σε τάφο σκοτεινό; Τί άφατη! Τί ανείπωτη ανοχή!
 Ὥσπερ σίτου κόκκος, ὑποδὺς κόλπους γῆς, τὸν πολύχουν ἀποδέδωκας ἄσταχυν, ἀναστήσας τοὺς βροτοὺς τοὺς ἐξ, Ἀδάμ. 

Σαν κόκκος σιταριού, μπήκες στην αγκαλιά της γης και το πολύφορο μας απέδωσες Στάχυ, αφού ανέστησες την γενιά του Αδάμ, τους ανθρώπους.
 Ἔδυς τῇ σαρκί, ὁ ἀνέσπερος εἰς γῆν φωσφόρος· καὶ μὴ φέρων βλέπειν ὁ ἥλιος, ἐσκοτίσθη μεσημβρίας ἐν ἀκμῇ. 

 Έδυσας σαν άνθρωπος νεκρός, εσύ που Φως στην γή στάθηκες ανέσπερο και τέτοια μην υποφέροντας ο ήλιος να βλέπει σκοτίστηκε μές στο καταμεσήμερο.

Ἡ δάμαλις τὸν μόσχον, ἐν Ξύλῳ κρεμασθέντα, ἠλάλαζεν ὁρῶσα. 

Ὦ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πῶς τάφῳ νῦν καλύπτῃ;



Πέμπτη

Σήμερα μαύρος Ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα...


σινά, σταύρωση

Σήμερα μαύρος Ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,

σήμερα όλοι θλίβουνται και τα βουνά λυπούνται,

σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυλιά κι' οι τρισκαταραμένοι

για να σταυρώσουν το Χριστό, τον Αφέντη Βασιλέα.

Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι

να λάβει δείπνον μυστικόν για να τον λάβουν όλοι.

Κι' η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,

τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της.

Φωνή τους ήρθ' εξ Ουρανού απ' Αρχαγγέλου στόμα:

-Φτάνουν κυρά μου οι προσευχές, φτάνουν κι' οι μετάνοιες,

το γυιό σου τον επιάσανε και στο φονιά τον πάνε

και στου Πιλάτου την αυλή εκεί τον τον τυραγνάνε.

-Χαλκιά-χαλκιά, φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.

Και κείνος ο παράνομος βαρεί και φτάχνει πέντε.

-Συ Φαραέ, που τά 'φτιασες πρέπει να μας διδάξεις.

-Βάλε τα δυο στα χέρια του και τ' άλλα δυο στα πόδια,

το πέμπτο το φαρμακερό βάλε το στην καρδιά του,

να στάξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του.

Κι' η Παναγιά σαν τάκουσε έπεσε και λιγώθη,

σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο

για να της ερθ' ο λογισμός, για να της έρθει ο νους της.

Κι' όταν της ηρθ' ο λογισμός, κι' όταν της ηρθ' ο νους της,

ζητά μαχαίρι να σφαγεί, ζητά φωτιά να πέσει,

ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για το μονογενή της.

-Μην σφάζεσαι, Μανούλα μου, δεν σφάζονται οι μανάδες

Μην καίγεσαι, Μανούλα μου, δεν καίγονται οι μανάδες.

Λάβε, κυρά μ' υπομονή, λάβε, κύρά μ' ανέση.

-Και πώς να λάβω υπομονή και πώς να λάβω ανέση,

που έχω γυιο μονογενή και κείνον Σταυρωμένον.

Κι' η Μάρθα κι' η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα

και του Ιακώβου η αδερφή, κι' οι τέσσερες αντάμα,

επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι

και το στρατί τους έβγαλε μες του ληστή την πόρτα.

-Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.

Κι' η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.

Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,

τηράει δεξιώτερα βλέπει τον Αϊγιάννη,

Αγιέ μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γυιου μου,

μην είδες τον υγιόκα μου και τον διδάσκαλόν σου;

-Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω,

δεν έχω χεροπάλαμα για να σου τόνε δείξω.

Βλέπεις Εκείνον το γυμνό, τον παραπονεμένο,

οπού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,

οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;

Αυτός είναι ο γυιόκας σου και με ο δάσκαλός μου!

Κι' η Παναγιά πλησίασε γλυκά τον αγκαλιάζει.

-Δε μου μιλάς παιδάκι μου, δε μου μιλάς παιδί μου;

-Τι να σου πω, Μανούλα μου, που διάφορο δεν έχεις·

μόνο το μέγα-Σάββατο κατά το μεσονύχτι,

που θα λαλήσει ο πετεινός και σημάνουν οι καμπάνες,

τότε και συ, Μανούλα μου, θάχεις χαρά μεγάλη!

Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα Ουράνια,

σημαίνει κι' η Άγια Σοφία με τις πολλές καμπάνες.

Όποιος τ' ακούει σώζεται κι' όποιος το λέει αγιάζει,

κι' όποιος το καλοφουγκραστεί Παράδεισο θα λάβει,

Παράδεισο και λίβανο απ' τον Άγιο Τάφο.




πηγη εικονας

Τετάρτη

λένα παππά- το δωμάτιο





Μες στο κλειστό δωμάτιο μπορείς να βρεις 
ό,τι δεν τόλμησες ποτέ να ονειρευτείς
κι ό,τι μέσα σου βαθιά αγάπησες 
κι όμως ποτέ δεν είδες να βγαίνει αληθινό .
Όλα είναι εκεί, εκεί υπάρχουν όλα μες στο κλειστό δωμάτιο, όλα και τίποτα ...  
Ο φόβος του Χριστού στον κήπο της Γεθσημανή τα βήματα της θλίψης του, της αίγλης του το φως το αίμα των θυσιασμένων και οι χαμένοι στόχοι τους ,το ψύχος το δριμύ των χωρισμών .
Το διαμαντένιο αηδόνι του βασιλιά της Κίνας σινιάλα από φάρο...  
...Μες στο κλειστό δωμάτιο υπάρχουν όλα αν έχεις μάτια να τα δεις, αν έχεις χέρια να τ' αγγίξεις μπορείς να βρεις κλειδί να ξεκλειδώσεις τη σιωπή τους 
αρκεί να πας, ολάνοιχτος, γυρεύοντάς τα...

Τρίτη

Ο της ψυχής ραθυμία νυστάξας...

ecce homo,el greco


Ὁ τῇ ψυχῆς ῥαθυμίᾳ νυστάξας,
οὐ κέκτημαι Νυμφίε Χριστέ, καιομένην λαμπάδα τὴν ἐξ ἀρετῶν, 
καὶ νεάνισιν ὡμοιώθην μωραῖς, ἐν καιρῷ τῆς ἐργασίας ῥεμβόμενος, 
τὰ σπλάγχνα τῶν οἰκτιρμῶν σου, μὴ κλείσῃς μοι Δέσποτα,
ἀλλ' ἐκτινάξας μου τὸν ζοφερὸν ὕπνον ἐξανάστησον,
καὶ ταῖς φρονίμοις συνεισάγαγε Παρθένοις, 
εἰς νυμφῶνα τὸν σόν, ὅπου ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων,
καὶ βοώντων ἀπαύστως· Κύριε δόξα σοι.


Eγώ πού νύσταξα από της ψυχής την ραθυμιά,
δεν απέκτησα Νυμφίε μου Χριστέ, λαμπάδα πού να καίγεται από τις αρετές,
και έγινα όμοιος με τις ανόητες κοπέλες της παραβολής, ρεμβάζοντας τον καιρό της εργασίας.
Μην με αποκλείσεις από την ευσπλαχνία Σου, Αφέντη μου,
αλλά τίναξε από πάνω μου τον ύπνο του ζόφου και σήκωσε με
και με τις φρόνιμες παρθένες βάλε με μαζί, στον νυφικό σου θάλαμο,
εκεί πού ήχος καθαρός ανθρώπων πού γιορτάζουν και άπαυστα φωνάζουν:
Δόξα σε Σένα Κύριε!

άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός

Δευτέρα

ρωμανός μελωδός-την ώραν ψυχή...


Τήν ὥρα, ψυχή, τοῦ τέλους ἐννοήσασα
καί τήν ἐκκοπήν τῆς συκῆς δειλιάσασα, 
τό δοθέν σοι τάλαντον φιλοπόνως ἔργασαι, ταλαίπωρε,
γρηγοροῦσα καί κράζουσα· 
Μή μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ.


Και αφού ψυχή μου λογισθείς
την 'Ωρα και το Τέλος
και της συκιάς της άκαρπης
το κόψιμο δειλιάσεις.
Με πόνο και με κάματο
το τάλαντο εργάσου.
Ταλαίπωρη...!
Ξύπνησε από τον θάνατο και κράξε :
Μή μείνω έξω της χαράς,
του γάμου του Χριστού μου!


Κυριακή

κώστας βάρναλης-oι πόνοι της Παναγίας

καστοριά, εικόνα αμφιπρόσωπη

Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ' άδικο φωνάζεις.
Ξαίρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράζεις.
Συ θάχεις μάτια γαλανά, θάχεις κορμάκι τρυφερό,
θα σε φυλάω από ματιά κακή κι από κακόν καιρό,
από το πρώτο ξάφνισμα της ξυπνημένης νιότης.
Δεν είσαι συ για μάχητες, δεν είσαι συ για το σταυρό,
Εσύ νοικοκερόπουλο, όχι σκλάβος ή προδότης.
Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω, την ανάσα σου ν' ακώ, πουλάκι μου ζεστό,
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι
κι ύστερ' απ' το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ,
που θα πηγαίνεις στο σκολειό με πλάκα και κοντύλι...
Κι αν κάποτε τα φρένα σου μ' αλήθεια, φως της αστραπής,
χτυπήσει ο Κύρης τα' ουρανού, παιδάκι μου να μη την πεις,
θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν.
Δεν είν'αλήθεια πιο χρυσή, σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν.


πηγή εικόνας

Σάββατο

...σας αγαπώ, γιατί όσο κι αν αγιάσατε, μένετε πάντα ανθρώπινα πλασμένες...



«Απάνου στο Σταυρό καθώς αργόσβηνε

την πανάγια θρηνήσατε ομορφιά Του,

στα μαύρα η πλάση, η φύση, ο ήλιος ντύνονταν

στα μαύρα και οι καρδιές σας εδώ κάτου.

Την πέτρα όταν του τάφου Του συντρίβοντας,

ξαναφώτισε ο Κύριος τη χτίση,

είσαστε εσείς τα πιο ακριβά Του χτίσματα

που στάθηκε να πρωτοχαιρετήσει.

Θυγατέρες της Σιών, μοίρες ισάγγελες

τη δόξα του Κυρίου στεφανωμένες,

σας αγαπώ, γιατί όσο κι αν αγιάσατε,

μένετε πάντα ανθρώπινα πλασμένες...»

(«Οι θυγατέρες της Σιών»)
 
ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ



Παρασκευή

άγγελος σικελιανός, Άγραφον



Επροχωρούσαν έξω από τα τείχη
της Σιών ο Ιησούς και οι μαθητές Του,
σαν, λίγο ακόμα πριν να γείρει ο ήλιος,
ζυγώσανε αναπάντεχα στον τόπο
που η πόλη έριχνε χρόνια τα σκουπίδια,
καμένα αρρώστων στρώματα, αποφόρια,
σπασμένα αγγειά, απορρίμματα, ξεσκλίδια…
Κ’ εκεί, στον πιο ψηλό σωρόν απάνω,
πρησμένο, με τα σκέλια γυρισμένα
στον ουρανό, ενός σκύλου το ψοφίμι,
που – ως ξαφνικά ακούοντας, τα κοράκια
που το σκεπάζαν, πάτημα, το αφήκαν –
μια τέτοια οσμήν ανάδωκεν, οπού όλοι
σα μ’ ένα βήμα οι μαθητές, κρατώντας
στη φούχτα τους την πνοή, πισωδρομήσαν…
Μα ο Ιησούς, μονάχος προχωρώντας
προς το σωρό γαλήνια, κοντοστάθη
και το ψοφίμι εκοίταζε· έτσι, πόνας
δεν εκρατήθη μαθητής και Του ‘πεν
από μακρά: «Ραββί, δε νιώθεις τάχα
τη φοβερήν οσμή και στέκεσ’ έτσι;»
Κι Αυτός, χωρίς να στρέψει το κεφάλι
απ’ το σημείο που κοίταζε, αποκρίθη:
«Τη φοβερήν οσμήν, εκείνος πόχει
καθάρια ανάσα, και στη χώρα μέσα
την ανασαίνει, όθ’ ήρθαμε… Μα τώρα
αυτό που βγαίνει απ’ τη φτορά θαμάζω
με την ψυχή μου ολάκερη… Κοιτάχτε
πώς λάμπουνε τα δόντια αυτού του σκύλου
στον ήλιο· ως το χαλάζι, ωσάν το κρίνο,
πέρα απ’ τη σάψη, υπόσκεση μεγάλη,
αντιφεγγιά του Αιώνιου, μα κι ακόμα
σκληρή του Δίκαιου αστραπή κ’ ελπίδα!»
Έτσ’ είπ’ Εκείνος· κ’ είτε νιώσαν ή όχι
τα λόγια τούτα οι μαθητές, αντάμα,
σαν εκινήθη, ακλουθήσαν και πάλι
το σιωπηλό Του δρόμο…
…………………………………….….Και να τώρα,
βέβαια στερνός, το νου μου πώς σ’ εκείνα,
Κύριε, τα λόγια Σου γυρίζω, κι όλος
μια σκέψη στέκομαι μπροστά Σου: Α!… δώσε,
δος και σ’ εμένα, Κύριε, ενώ βαδίζω
ολοένα ως έξω απ’ της Σιών την πόλη,
κι από τη μια της γης στην άλλην άκρη
όλα είναι ρείπια, κι όλα είναι σκουπίδια,
κι όλα είναι πτώματα άθαφτα που πνίγουν
τη θεία πηγή τ’ ανασασμού, ή στη χώρα
είτ’ έξω από τη χώρα· Κύριε, δος μου,
μες στην φριχτήν οσμή όπου διαβαίνω,
για μια στιγμή την άγια Σου γαλήνη,
να σταματήσω ατάραχος στη μέση
απ’ τα ψοφίμια, και ν’ αδράξω κάπου
και στη δική μου τη ματιάν έν’ άσπρο
σημάδι, ως το χαλάζι, ωσάν το κρίνο·
κάτι να λάμψει ξάφνου και βαθιά μου,
έξω απ’ τη σάψη, πέρα από τη σάψη
του κόσμου, ωσάν τα δόντια αυτού του σκύλου,
που, ω Κύριε, βλέποντάς τα εκειό το δείλι,
τα ‘χες θαμάσει, υπόσκεση μεγάλη,
αντιφεγγιά του Αιώνιου, μα κι αντάμα
σκληρή του Δίκαιου αστραπή κ’ ελπίδα!

(1941)

Πέμπτη

Νικόλαος Καρμίρης Ἀκολουθία τῶν Μεγάλων Ὡρῶν

μενεξέδες




Βιολέτες μενεξέδες κρίνοι ὑφαίνουν τοῦτο τὸ πρωϊνὸ


Κι' ὁ ἥλιος σ' ἔνοχα βλέφαρα μὲ ἀργὴ


Φωνὴ «Σάββατο μέλπει μέγα.»


Σιγοβογγοῦν τὰ σήμαντρα τὴν προφητεία «Ὡς πρόβατον


ἐπὶ σφαγήν»! τὴ νύχτα πόνεσε πολὺ


ὁ Ἀγαπημένος. Οἱ Ἄγγελοι


πάνω ἀπ' τὰ σύννεφα θρηνοῦν τὸ θαῦμα.


Βιολέτες μενεξέδες κρίνοι. Μυροφόρες οἱ ὧρες


σέρνουν ὑγρὴ τὴ μουσική τους. «Ἄνθρωπος


πληγωμένος». Ὁ προφήτης τὸν ἐθρήνησε


στὸ ἀνέσπερο φῶς μέσα τῆς ματιᾶς του


στὴν ἱστορία νὰ περπατάει καὶ νὰ στενάζει.


Πιὸ πολὺ κλάψαμε γιὰ τὸ σεισμό. Οἱ νεκροὶ


καὶ τ' ἀνοιγμένα μνήματα τὴν ὅρασή μας


πόνεσαν πιότερο παρ' ὅσο τὴν ἀκοή μας


ἔθλιψεν ὁ στερνός του λόγος. Τὸ αἷμα του


στῶν παιδιῶν μας τὰ παιδιά. Μὰ στὶς καρδιές μας


ἡ εἰρήνη του. Ὡς τὴν τελευταία μας ὥρα


-ὅλος χειμώνα ὅταν σημάνει ὁ θάνατος-


ἡ εἰρήνη του μαζύ μας κι' ὁ σταυρός του.


Βιολέτες μενεξέδες κρίνοι. «Ὁ ἀναβαλόμενος


τὸ φῶς ὥσπερ ἱμάτιον», στὸ ἐαρινό του μνῆμα


νεκρός. Γυμνὸς ὅπως τὴν πρώτη


μέρα ποὺ ὁ κόσμος πρόσμενε τὸ Λόγο


του τὸν μεγάλο, πρὶν ἀπ' τὴ νύχτα τῶν αἰώνων•


πρὶν ἀπ' τὴν ὅρασή μας καὶ τὴ μνήμη μας.


Σιγοβογγοῦν τὰ σήμαντρα τὴν προφητεία «πορφύρα


ψευδῆ» σ' αὐτὸν ποὺ στὴ νεφέλη τύλιξε τὰ οὐράνια.


Στὸν κρόταφο αἷμα. Στὴν πλευρὰ καρφιά.


Κανεὶς δὲν πέθανε σὲ τόσο πόνο γυιὸς γυναίκας.


Τὰ δάκρυά μας πλήθια καὶ τὰ ὁράματα


τὰ νύχτια ὡς ἀστραπὲς


τὴν ἅγια σαβανώνουν πόλη. Ἱερουσαλήμ,


Ἱερουσαλὴμ τοίμασε ἀνένδοτη


-σὰν τῆς ἐρήμου τὴ σιωπή- τὴν ἐπιτάφια


ὠδὴ καὶ τὸν ἐξόδιον ὕμνον.


Ἡ ἔνατη ὥρα σήμανε, Ἱερουσαλήμ, τὴ λύτρωσή σου•


-γυμνοὶ θὰ σμίξουμε στῆς Κρίσης του τὸ ἄμετρο


ἔλεος, καὶ μόνοι, Ἱερουσαλήμ, ἐσὺ κι ἐγὼ


στῆς προδομένης θείας ἀγάπης του τὸ βλέμα.


Πόλη τρισάγια κι ἀδερφὴ τὴν ἔσχατη μέρα.


[1913]





πηγη
πηγη εικονας